Make your own free website on Tripod.com

 

 

 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ 2

 

 

 

 

Κει τους απάλλαξε ο Καιρός.

Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη, 

κάλυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, αβρή, 

σάλευε κιόλας μες στο διάστημα.

Και καμιά ρυτίδα ή τύψη, αλλά σε βάθος μέγα

 

 

 

Κι όταν, ο ένας του άλλου τρώγοντας τα σπλάχνα, λιγοστέψει ο άνθρωπος, κι από τη μια στην άλλη

Γενεά, κυλώντας το Κακό, αποθηριωθεί μες στο παντερειπωτικό ουράνιο

Τα λευκά της μοναξιάς μου μόρια, 

πάνω από τη σκουριά του χαλασμένου κόσμου στροβιλίζοντας, 

θα παν να δικαιώσουν τη μικρή μου σύνεση

 

 

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ- «Της Μεταμορφώσεως» των γυναικών που αγάπησα χωρίς ελπίδα: Ηχώ: Μα-ρί-νααα! Ε-λέ-νηηη! Κάθε χτύπος καμπάνας, κι από μια πασχαλιά στην αγκαλιά μου.

 Ύστερα φως παράξενο, και δύο ανόμοια περιστέρια που με τραβούν ψηλά σ' ένα μεγάλο κισσοστολισμένο σπίτι.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα


Λίγα δέντρα και λίγα
Βρεμένα χαλίκια

 

Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο


Ποιο μέτωπο

 

Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια


Κανείς δεν είναι

 

 

 

 

Μάγουλα των νυμφών νιφτείτε όλη την άνοιξη 

    ανασαίνοντάς την.

 

Κατά δω θα πνεύσει μια αιωνιότητα!

 

Σ' όλες τις κρήνες σ' όλες τις πηγές μια ιαχή θρυμματισμένη ξαναενώνεται

Ιαχή ζωής όλη ελιγμούς μέσ' από τις δροσιές ως την ηχώ της που σαλπίζει

Στα πεζούλια των άστρων το γενναίο σύναγμα των ασπίλων χεριών

Των χεριών μας που έπλασαν με φως από καρδιά το ιδεατό τους σκίρτημα...

 

 

 

 

 

 

Καλημέρα ποταμάκι μου, είμαι μονάχος, 

είμαστε κι οι δυο μονάχοι μας

 

Τα κρύσταλλα ευωδιάσανε, τώρα μας λείπει μόνο ένα καράβι
Ένα μαντίλι μόνο για να διαγνώσουμε το τέλος


Γιατί τόσους φακέλους έλαβα γεμάτους σύννεφα και θύελλες


Που διψώ ένα στόμα να μου πει: ουρανός, και να πλεύσουμε μαζί
        στο δέλτα των ελπίδων...

 

 

 

 

 

 

 

Ω ποταμάκι ποταμάκι,

καλημέρα του ήλιου απάνθισμα της εξοχής
Κατά πού θαυμάζεται ο άνεμος πες μου

κατά πού ξεχύνονται οι κελαηδισμοί

Ποια όχθη αρέσουν, 

 

σήμερα είμαι νέος

Δέντρα σώπασαν, 

πέτρες μοιάσανε στις πέτρες, 

καβαλάρηδες έφυγαν


Ψάχνουν τα μάνταλα μιας άλλης πύλης

μα ποια να 'ναι αυτή
Σε ποιο καρδιόχτυπο άραγε να βρίσκεται, κλείνουν οι ελπίδες

        τα παράθυρα, βραδιάζει ο πόνος


Ποιος είναι εδώ, κανείς δεν είναι -

χώμα ηχολογάει το χώμα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η καθεμιά τους ήτανε άλλοτε σταγόνα
Η καθεμιά τους είναι τώρα φως
Περνούνε το φουστάνι τους όπως περνά η μουσική στους λόφους

        το στεφάνι της

Και ζούνε μες στον ύπνο τους κισσούς

 

 

 

 

Κρεμασμένος απ' τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούριους ήχους,

άθλους της δροσιάς που επίστεψαν στα δέντρα

Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα


Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της


Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή

        ανεξάντλητη

Εκεί που ελπίζει ο κόσμος. Εκεί που ο άνθρωπος δε θέλει
παρά να 'ναι ο άνθρωπος

Μόνος του και χωρίς καμιά Ειμαρμένη!

 

Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο. Σε πήρα όπως εσύ πήρες την αμεταχείριστη φύση και τη λειτούργησες είκοσι τέσσερις φορές στα δάση και τις θάλασσες. 

Σε πήρα μέσα στο ίδιο ρίγος που αναποδογύριζε τις λέξεις και τις άφηνε πέρα σαν ανοιχτά και αναντικατάστατα όστρακα.


Σε πήρα σύντροφο στην αστραπή, στο δέος, στο ένστιχτο.

 Γι' αυτό κάθε φορά που αλλάζω μέρα σφίγγοντας την καρδιά μου ως το ναδίρ,
εσύ φεύγεις και χάνεσαι νικώντας την παρουσία σου, δημιουργώντας μια μοναξιά Θεού
, μια πολυτάραχη ανεξήγητη ευτυχία. Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο από κείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε Σένα!

 

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς;

Της αγάπης

Μια για πάντα το κόψαμε

Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς;

Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς;

Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας

Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς;

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς;
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς;    Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
                       

   

 

 

 

 

 

 

 Κρύψε στο μέτωπο σου τ' άστρο που θέλησες να βρεις μέσα στο πένθος. 

    Και μ' αυτό προχώρησε και μ' αυτό πόνεσε πάνω απ' τον πόνο των ανθρώπων. Κι άφησε το λαό των άλλων να χαμηλώνει. Εσύ ξέρεις πάντοτε περισσότερα. 

 

Γι' αυτό άλλωστε αξίζεις 

 

    και γι' αυτό σαν σηκώνεις τη σημαία σου 

ένα χρώμα πικρό πέφτει στις όψεις των πραγμάτων

που παρομοιάζουν τον τιτάνιο κόσμο.

 

 

 

 

Τόσο φως, που κι η γυμνή γραμμή απαθανατίστηκε. 

 

Το νερό σφάλισε
τους όρμους. Το μονάκριβο δέντρο ιχνογράφησε το διάστημα.
Τώρα δε μένει παρά να 'ρθεις εσύ ω! σμιλεμένη από την πείρα των ανέμων 

και ν' αντικαταστήσεις το άγαλμα. Δε μένει παρά να' ρθεις εσύ και να γυρίσεις τα μάτια σου προς το πέλαγος που πια δε θα 'ναι άλλο από τ' ολοζώντανο το αδιάκοπο το αιώνιο ψιθύρισμά σου.

Δε μένει παρά να τελειώσεις στους ορίζοντες.

 

 

 

 

 

 

 

 

Θαλασσοξυπνημένη, αγέρωχη

Όρθωσες ένα στήθος βράχου
Κατάστιχτου απ' την έμπνευση της όστριας


Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η οδύνη
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα


Με φωτιά με λάβα με καπνούς
Με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο


Γέννησες τη φωνή της μέρας

Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου

Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει

Σιγά σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

 

Μικρή πράσινη θάλασσα

δεκατριώ χρονώ

Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα

Να μπεις απ' το παράθυρο στη Σμύρνη

Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή

Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι

 

Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε

Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω

 

 

 

 

 

 

 

Ήλιε μου ήλιε μου κατάδικε μου     πάρ'τα μου

πάρ'τα μου όλα     

κι άσε μου

άσε μου την περηφάνια

Να μη δείξω δάκρυ

Να σ' αγγίξω μόνο και ας καώ     φώναξα κι άπλωσα το χέρι

Χάθηκε o κήπος τον κατάπιε η Άνοιξη με τα σκληρά της δόντια
σαν αμύγδαλο

 

 

 

Που κι ελεύθερος να μείνεις που και νικητής

πάλι ο ήλιος γέρνει
κι είναι ολόγυρά σου

Σιγαλιά γεμάτη ακτές καταστραμμένες

όπου ακόμη κατεβαίνουνε
τα σύννεφα να φάνε χόρτο

λίγο πριν για πάντα σκοτεινιάσει

Σαν να πήραν τέλος οι άνθρωποι

και να μην έχει μείνει άλλο τίποτα
καίριο να ειπωθεί.

 

    

 

 

 

 

Κατακαημένη πλάση που σε γήτεψαν

 

    Όλ' οι τρελοί του κόσμου κι εστρατήγεψαν!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κουράγιο περιστέρες και ανεμώνες μου

Oι ωραίες κι οι συντροφιαστές κι οι μόνες μου

 

Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται

Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε

 

 

 

Σ' ένα μακρύ τραπέζι κόκκινο κρασί

    νέοι και γέροι κι άντρες ξεμανίκωτοι

 

Πάρτε μεράκι φλόγα λόγο μάλαμα

    πάρτε μικρό λαγούτο πάρτε μπαγλαμά

 

Ν' αρχίσει το τραγούδι ν' ανεβεί ο καημός

    να πάρει και να δώσει ο νους κι ο λογισμός

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο

Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά

Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες

Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει

Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει

Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ

 

Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ

 

Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει

 

 

 

 

                                                            Το' να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το μέλλον, τ' άλλο κάτω απ' την έρμη την κεφαλή, στραμμένη με το πλάι

Σαν να θωρεί στερνή φορά, στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας.

 

 

 

Κοπάδια σπίτια που τα πάει

Δάφνις γυμνός


Μαϊστραλίζουν οι μανταρινιές της Κάλυμνος


Κι ακούν μισάνοιχτα της Κάσος
Τα όστρακα

 

 

        ΧΑΙΡΕ η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

 

        Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

 

        Χαίρε του Παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημιάς των νησιών η Αγία

 

        Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

 

        Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα

 

        Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

 

        Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική