ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
Make your own free website on Tripod.com

 

 

 
Νυν των λεπιδοπτερων το νέφος το κινούμενο
Αιεν των μυστήριων το φως το περιιπταμενο
Νυν το περιβλημα της Γης και η Εξουσια
Αιεν η βρωση της Ψυχης και η Πεμπτουσια
Νυν της Σεληνης το μελαγχρωμα το ανιατο
Αιεν το χρυσοκυανο του Γαλαξια σελαγισμα47
Νυν των λαων το αμαλγαμα και ο μαυρος Αριθμος
Αιεν της Δικης το αγαλμα και ο μεγας Οφθαλμος
Νυν η ταπεινωση των Θεων η σποδος του Ανθρωπου
Νυν Νυν το μηδεν
και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !

47
λαμψη, φεγγοβολημα

Των ερωτων το τραυλισμα πανω στα βραχια
ενας φαρος που εκτονωσεν αιωνων θλιψη
το τριζονι το επιμονο καθως η τυψη
και το μαλλινο ερημο μεσα στ’ αγιαζι
Ο στυφος μες στα δοντια επιορκος δυοσμος
δυο χειλη που αδυνατο να στερξουν - και ομως
το “αντιο“ στα τσινορα που λιγο λαμπει
και μετα ο για παντοτε θολος κοσμος
Το αργο και βαρυ των καταιγιδων οργανο
στην καταστραμμενη του φωνη ο Ηρακλειτος
των φονιαδων η αλλη πλευρα η αθεατη
το μικρο “γιατι“ που εμεινε αναπαντητο
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι που επιστρεφει
απο φονο φριχτον και τωρα ξερει
ποιος αληθεια ο κοσμος που υπερεχει
ποιο το “νυν“ και ποιο το “αιεν“ του κοσμου :
ΝΥΝ το αγριμι της μυρτιας Νυν η κραυγη του Μαη
ΑΙΕΝ η ακρα συνειδηση Αιεν η πλησιφαη
Νυν νυν η παραισθηση και του υπνου η μιμική
Αιεν αιεν ο λογος και Τροπις η αστρικη

Τα ξυλογλυπτα τερατα πανω σρο τεμπλο
οι αρχαιες οι λευκες οι ιχθυοφορες
οι ερασμιες Κορες με το πετρινο χερι
ο λαιμος της Ελενης ωσαν παραλια
Τ’ ΑΣΤΕΡΟΕΝΤΑ δεντρα με την ευδοκια
η παρασηματικη ενος αλλου κοσμου
η παλια δοξασια οτι υπαρχει παντα
το πολυ σιμα και ομως αορατο
Η σκια που τα γερνει με το πλάι στο χωμα
ενα κατι του κιτρινου στη θυμηση τους
η αρχαια τους ορχηση πανω απο τους ταφους
η σοφια τους η αδιατιμητη
Η Ελια, η Ροδια, η Ροδακινια
το Πευκο, η Λευκα, ο Πλατανος
ο Δρυς, η Οξυα, το Κυπαρισσι
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναιτιο δακρυ
ανατελλοντας αργα στα ωραια ματια
των παιδιων που κρατιουνται χερι-χερι
των παιδιων που κοιταζουνται και δε μιλιουνται

Τα γεματα ψιλοβροχο σαν μοναστηρια
τα χωμενα στο πουσι46 των προβατων
τα ηρεμα πηγαινοντας καθως βουκολοι
με το μαυρο ζιμπουνι και με το πανωμαντιλο
Η Πινδος, η Ροδοπη, ο Παρνασσος
ο Ολυμπος, η Τυμφρηστος, ο Ταϋγετος
η Διρφυς, ο Αθως, ο Αινος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το διασελο που ανοιγει
αιωνιου γαλαζιο οδο στα νεφη
μια φωνη που παραπεσε μες στην κοιλαδα
μια ηχω που σαν βαλσαμο την ηπιε η μερα
Των βοδιων η προσπαθεια που σερνουν
τους ελαιωνες προς τη δυση
ο καπνος ο αταραχος που παει
των ανθρωπων τα εργα να διαλυσει
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το περασμα του λυχνου
το γεματο χαλασματα και μαυρους ισκιους
η σελιδα που γραφτηκε κατω απ’ το χωμα
το τραγουδι που ειπε η Λυγερη στον Αδη

46
ομιχλη

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το γυρισμα του Λυκου
στο ρυγχος του ανθρωπου και αυτο στου αγγελου
τα εννεα σκαλια που ανεβηκε ο Πλωτινος43
το χασμα του σεισμου που εγιομισε ανθη
Το λιγακι που αγγιζοντας αφηνει ο γλαρος
και φωτιζει τα βοτσαλα σαν αθωοτης
η γραμμη που χαραζεται μες στην ψυχη σου
και το πενθος μηνα του Παραδεισου
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πριν της οπτασιας
αχερουσιο σαλπισμα και πυρινη ωχρα
το καιουμενο ποιημα και ηχειο θανατου
οι δορυαιχμες λεξεις και αυτοκτονες
Το ενδομυχο φως που ασπρογαλιαζει
κατ’ εικονα και ομοιωση του απειρου
τα χωρις εκμαγειο
44
βουνα που βγαζουν
απαραλλαχτες οψεις οψεις του αιωνιου
ΤΑ ΒΟΥΝΑ με την οιηση45 των ερειπιων
τα βουνα τα βαρυθυμα, τα μαστοφορα
τα βουνα τα σαν υφαλα μιας οπτασιας
τα κλεισμενα ολουθε και τα σαρανταπορα

43
Πλωτινος: φιλοσοφος απο την Αιγυπτο (205-270 μ.Χ.), θεμελειωτης της νεοπλατωνικης

φιλοσοφιας
44
πλαστικη υλη, στην οποια γινεται αποτυπωση μορφης ή σχηματος

45
υπεροψια, αλαζονια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο πικρος και μονος
ο απο πριν χαμενος εσυ νά ’σαι
Ποιητης που δουλευει το μαχαιρι
στο ανεξιτηλο τριτο του χερι:
ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ο Θανατος και αυτος η Ζωη
Αυτος το Απροβλεπτο και αυτος οι Θεσμοι
Αυτος η ευθεια του φυτου η το σωμα τεμνοντας
Αυτος η εστια του φακου η το πνευμα καιγοντας
Αυτος η διψα η μετα την κρηνη
Αυτος ο πολεμος ο μετα την ειρηνη
Αυτος ο θεωρος των κυματων ο Ιων
Αυτος ο Πυγμαλιων40 πυρος και τερατων
Αυτος η θρυαλλιδα
41
που απο τα χειλη αναβει
Αυτος η αορατη σηραγγα που υπερκερα42 τον Αδη
Αυτος ο Ληστης της ηδονης που δε σταυρωνεται
Αυτος ο Οφις που με το Σταχυ ενωνεται
Αυτος το σκοτος και αυτος η ομορφη αφροσυνη
Αυτος των ομβρων του φωτος η εαροσυνη

40
Πυγμαλιων: Κυπριος βασιλιας, ο οποιος συμφωνα με τις <Μεταμορφωσεις> του Οβιδιου μη

βρισκοντας γυναικα που να του ταιριαζει, εκανε ενα αγαλμα γυναικας και το ερωτευτηκε. Η
Αφροδιτη τον λυπηθηκε και εμφυσησε ζωη στο αγαλμα (Γαλατεα). Ο Πυγμαλιων απεκτησε
κατα την παραδοση απο την Γαλατεα την κορη Παφο.
41
φιτιλι

42
υπερκερω = υπερφαλαγγιζω

Η Αγγελικα, ο Πολικος, οι Τρεις Ιεραρχαι
Ο Ατρομητος, η Αλκυων, η Ναυκρατουσα
το Μαρακι, το Εχει ο Θεος, η Ευαγγελιστρια
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κυμα που αγριευει
και σηκωνεται πεντα οργιες επανω
τα χυμενα μαλλια στο ορνεο που γυριζει
και χτυπιεται στα τζαμια με την καταιγιδα
Η Μαρινα καθως προτου να υπαρξει
με του σκυλου το καυκαλο και τα δαιμονια
η Μαρινα το κερας της Σεληνης
η Μαρινα ο χαλασμος του κοσμου
Τα μουραγια ξεσκεπαστα στη σοροκαδα
ο παπας των νεφων που αλλαζει γνωμη
τα καημενα τα σπιτια που το ενα στο αλλο
ακουμπουνε γλυκα και αποκοιμιουνται
Της μικρης βροχης το λυπημενο προσωπο
η παρθενα ελια το λοφο ανηφοριζοντας
ουτε μια φωνη στα κουρασμενα συννεφα
της πολιχνης το σαλιγγαρακι που εσπασε

ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ τα ορθια με το μαυρο ποδι
τα καραβια οι αιγες των Υπερβορειων38
τα βια οι πεσσοι39 του Πολικου και του Υπνου
τα καραβια οι Νικοθοες κι οι Ευαδνες
Τα γεματα βοριαδες και φουντουκι του Ορους
τα μυριζοντας μουργα και χαρουπι αρχαιο
τα γραμμενα στη μασκα τους καθως οι Αγιοι
τα την ιδια στιγμη λοξα και ακινητα

38
Υπερβορειοι : μυθικος λαος που κατοικουσε στην βορειο Ελλαδα. Κοντα τους διεμενε κατα

τους χειμερινους μηνες ο Απολλων. Ο Πινδαρος τους θεωρει μακαριους και ευδαιμονες
ανθρωπους που ζουσαν χωρις εγνοιες και προβληματα.
39
πεσσος = τετραγωνη κολονα στην οποια στηριζεται ο θόλος. Ακομη: πούλι απο παιγνιδι

Ενας κομπος ψυχης κι ουτε πια λεξη
σαν παραθυρο αδειο η Αρετουσα
και ο ερωτας ελθοντ’ εξ’ οράνω
πορφυριαν παρθεμενον χλαμυν35
ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπιας
τα κοριτσια οι παραπλανημενες Πλειαδες
τα κοριτσια τ’ Αγγεια των Μυστηριων
τα γεματα ωσ πανω και τ’ απυθμενα
Τα στυφα στο σκοταδι και ομως θαυμα
τα γραμμενα στο φως και ομως μαυριλα
τα στραμμενα επανω τους οπως οι φαροι
τα ηλιοβορα και τα σεληνοβαμονα
Η Ερση, η Μυρτω, η Μαρινα
η Ελενη, η Ρωξανη, η Φωτεινη
η Αννα, η Αλεξανδρα, η Κυνθια
Των ψιθυρων η επωαση μες στα κοχυλια
μια χαμενη σαν ονειρο : η Αριγνώτα36
ενα φως μακρινο που λεει : κοιμησου
σαστισμενα φιλια σαν πληθος δεντρα
Το λιγακι πουκαμισο που τρωει ο αερας
το χνουδακι το χλόινο πανω στην κνημη
του αιδοιου το μενεξεδενιο αλατι
και το κρυο νερο της Πανσεληνου
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το μακρινο τραγουδι
ο μυχός της Ελενης με το κυματακι
τα φραγκοσυκα φεγγοντας μες στη μασχαλη
ερειπιωνες37 του μελλοντος και της αραχνης
Τα νυχτερια τ’ ατελειωτα μεσα στα σπλαχνα
το ρολόι το άυπνο που δεν φελαει
ενα μαυρο κρεβατι που ολο πλεει
στα τραχια τα παραλια του Γαλαξια

35
ερωτας που ηρθε απ τον ουρανο τυλιγμενος με την πορφυρη χλαμυδα (κομματι απο τα

ποιηματα της Σαπφως)
36
Προκειται για την Ανακτορία και οχι για την „Αριγνώτα“ (Ελυτης: Σαπφω, Εκδ. Ικαρος,

1996, σελ. 89-91): κωυ]δέ νύν Ανακτορι[ας τίς ε]μναι[σθ’ ού] παρεοισας...απύ Σαρδίων
πόλλακι τυίδε νών εχοισα· ώς πε δεζώομεν βεβάως εχεν σε θέασ’ ικέλαν αριγνώται σάι δέ
μάλιστ’ έχαιρε μολπαι...(Σαμπως και τωρα την Ανακτορια πού ‘φυγε μακριά μας λέω τή
θυμάται πια κανείς; πολλές φορές από τις μακρινές Σαρδεις εδώ σε μας γυρίζει ο λογισμός
της· εδώ που σαν θεά φανερωνόταν μαγεμενη απ’ το γλυκό τραγουδι σου).
37
ερειπιωνας = τοπος με πολλα ερειπια

Τα σεμνα με την κοκκινη αρρεβωνα
τα κομπαζοντας εφιππα μες στους λειμωνες
τα σε καθαρο ουρανο εργασμενα
τα στοχαστικα και τα χιμαιροποικιλτα
Το κρινο, το Τριανταφυλλο, το Γιασεμι
ο Μενεξες, η Πασχαλια, ο Υακινθος
το Γιουλι, το Ζαμπακι, το Αστρολουλουδο
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το συννεφο στη χλοη
στο βρεμενο αστραγαλο το „φρτ“ της σαυρας
το βαθυ της Μνησαρετης βλεμμα
που δεν ειναι αρνιου και αφεση δινει
Της καμπανας ο ανεμος ο χρυσεγερτης
ο ιππεας που παει ν’ αναληφτει στη δυση
και ο αλλος ιππεας ο νοητος που παει
της φθορας τον καιρο ν’ ανασκολισει
Μιας νυχτος Ιουνιου η νηνεμια
γιασεμια και φουστανια στοπεριβολι
το ζωακι των αστρων που ανεβαινει
της χαρας η στιγμη λιγο πριν κλαψει

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χωμα που ανεβαζει
μιαν οσμη κεραυνου σαν θειαφι
του βουνου ο πυθμενας οπου θαλλουν
οι νεκροι ανθη της αυριον
Ο χωρις δισταγμους ενστικτος νομος
ο σφυγμος ο ταχυς παικτης του βιου
ο αιματινος θρομβος ο σωσιας του ηλιου
κι ο κισσος ο αλτης των χειμωνων
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο ροπτρο-σκαραβαιος34
το παρατολμο δοντι μες στο ψυχος του ηλιου
ο Απριλης που ενιωσε ν’ αλλαζει φυλο
της πηγης το μπουμπουκι ο,τι που ανοιγει
Το χειραμαξο γερνοντας με τό ‘να πλάι
μια χρυσομυγα που αναψε φωτια στο μελλον
του νερου η αορατη αορτη που παλλει
και γι ’ αυτο ζωντανη κρατα η γαρδενια
ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ τα οικοσιτα της Νοσταλγιας
τα λουλουδια τα νηπια της βροχης που τρεμουν
τα μικρα και τετραποδα στο μονοπατι
Τ’ αψηλα στους ηλιους και τα ρεμβοκινητα

34
ροπτρον (απο το ρημα: ρεπω) = μεταλλινο κατσκευασμα στις εξωπορτες για να χτυπουν οι

επισκεπτες

Χαιρε του παραδεισου των βυθων η Αγρια
Χαιρε της ερημίας των νησων η Αγια
Χαιρε η Ονειροτοκος χαιρε η Πελαγινη
Χαιρε η Αγκυροφορος και η Πενταστέρινη
Χαιρε με τα λυτα μαλλια η χρυσιζοντας τον ανεμο
Χαιρε με την ωραια λαλια η δαμαζοντας τον δαιμονα
Χαιρε που καταρτιζεις τα Μηναια των κηπων
Χαιρε που αρμοζεις τη ζωνη του Οφιουχου
Χαιρε η ακριβοσπαθιστη και σεμνη
Χαιρε η προφητικια και δαιδαλικη

Το πορωδες και ασπρο μεσημερι
ενα πουπουλο υπνου που ανεβαινει
το σβησμενο χρυσαφι μες στους πυλωνες
και το κοκκινο αλογο που δραπετευει
Του κορμου του αρχαιου του δεντρου η Ηρα
ο δαφνωνας ο απεραντος ο φωτοφαγος
ενα σπιτι σαν αγκυρα κατω στο βαθος
η Κυρα-Πηνελοπη με την ηλακατη
Της αντιπερα οχθης των πουλιων ο βοσπορος
ενα κτιριο απ’ οπου ο ουρανος εχυθηκε
η γλαυκη ακοη μιση κατω απ’ το πελαγος
μακροσυσκιοι ψιθυροι νυμφών και σφένταμων
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορταζοντας τη μνημη
των αγιων Κηρυκου και Ιουλιτης
ενα θαυμα να καιει στους ουρανους τ’ αλωνια
ιερεις και πουλια να τραγουδουν το χαιρε :
ΧΑΙΡΕ η Καιομενη και χαιρε η Χλωρη
Χαιρε η Αμεταμελητη με το πρωραιο σπαθι
Χαιρε η που πατεις και τα σημαδια σβηνονται
Χαιρε η που ξυπνας και τα θαυματα γινονται

Οι δεκαεξι νοματοι που τραβουν την τρατα
ο ακαθιστος γλαρος ο αργοπλευστης
οι φωνες οι αδεσποτες της ερημιας
ενος ισκιου μεσα στον τειχο
ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μινιο και με το φουμο
τα νησια με το σπονδυλο καποιανου Δια
τα νησια με τους ερημους ταρσαναδες
τα νησια με τα ποσιμα γαλαζια ηφαιστεια
Στο μελτεμι τα ορτσαροντας με κοντρα-φλοκο
Στο γαρμπη τ’ αρμενιζοντας ποντζα-λαμπαντα
εως ολο το μακρος τους τ’ αφρισμενα
με λιτριδια μαβια και με ηλιοτροπια
Η Σιφνος, η Αμοργος, η Αλοννησος
η Θασος, η Ιθακη, η Σαντορινη
η Κως, η Ιος, η Σικινος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πετρινο πεζουλι
αντικρυ του πελαγους η Μυρτω να στεκει
σαν ωραιο οκτω ή σαν κανατι
με την ψαθα του ηλιου στο ενα χερι

Οι αγενειοι δοκιμοι της τρικυμιας
οι δρομεις που διανυσαν τα ουρανια μιλια
οι Ερμηδες με το μυτερο σκιαδι
και του μαυρου καπνου το κηρυκειο
Ο Μαϊστρος, ο Λεβαντες, ο Γαρμπης
ο Πουνεντες, ο Γραιγος, ο Σιροκος
η Τραμουντανα, η Οστρια
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξυλινο τραπεζι
το κρασι το ξανθο με την κηλιδα του ηλιου
του νερου τα παιχνιδια στο ταβανι
στη γωνια το φυλλοδεντρο που εφημερευει
Οι λιθιες και τα κυματα χερι με χερι
μια πατουσα που συναξε σοφια στην αμμο
ενας τζιτζικας που επεισε χιλιαδες αλλους
η συνειδηση παμφωτη σαν καλοκαιρι.
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το καμα που κλωτσαει
στο γιοφυρι απο κατω τα ωραια κοτρονια
τα σκατα των παιδιων με την πρασινη μυγα
ενα πελαγος βραζοντας και διχως τελος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρωτη
χαραγμενη στην πετρα ευχη του ανθρωπου
η αλκη32 μες στο ζωο που οδηγει τον ηλιο
το φυτο που κελαηδησε και βγηκε η μερα
Η στερια που βουτα και υψωνει αυχενα
ενα λιθινο αλογο που ιππευει ο ποντος
οι μικρες κυανες φωνες μυριαδες
η μεγαλη λευκη κεφαλη Ποσειδωνος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χερι της Γοργονας
που κρατα το τρικαταρτο σα να το σωζει
σα να το κανει ταμα στους ανεμους
σα να λεει να τ’ αφησει και παλι οχι
Ο μικρος ερωδιος33 της εκκλησιας
η εννια το πρωι σαν περγαμοντο
ενα βοτσαλο απεφθο μεσα στο βαθος
τ’ ουρανου του γλαυκου φυτειες και στεγες
ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργουνε
που σηκωνουν το πελαγος σα Θεοτοκο
που φυσουν και αναβουνε τα πορτοκαλια
που σφυριζουν στα ορη κι ερχονται

32
δυναμη

33
ερωδιος = ελόβιο πουλί , ο ψαροφαγος

ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ

ΙΗ’
ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινη και αριτιδωτη τωρα πορευομαι.
Τωρα μ’ ακολουθουν κοριτσια κυανα
κι αλογακια πετρινα
με τον τροχισκο του ηλιου στο πλατυ μετωπο.
Γενεες μυρτιας μ’ αναγνωριζουν
απο τοτε που ετρεμα στο τεμπλο του νερου,
αγιος, αγιος, φωναζοντας.
Ο νικησαντας τον Αδη και τον Ερωτα σωσαντας,
αυτος ο Πριγκηπας των Κρινων.
Κι απο κεινες παλι τις πνοες της Κρητης,
μια στιγμη ζωγραφιζομουν.
Για να λαβει ο κροκος απο τους αιθερες δικαιο.
Στον ασβεστη τωρα τους αληθινους μου νομους
κλεινω κι εμπιστευομαι.
Μακαριοι, λεγω, οι δυνατοι που αποκρυπτογραφουνε το Ασπιλο.
Γι αυτων τα δοντια η ρογα που μεθα,
στων ηφαιστειων το στηθος και στο κλημα των παρθενων.
Ιδου, ας ακολουθησουνε τα βηματα μου !
Σε χωρα μακρινη και αρυτιδωτη τωρα πορευομαι.
Τωρα το χερι του Θανατου
αυτο χαριζει τη Ζωη
και ο υπνος δεν υπαρχει.
Χτυπα η καμπανα του ΄μεσημεριου
κι αργα στις πετρες τις πυρρέσ χαραζονται τα γραμματα:
ΝΥΝ και ΑΕΙ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αιεν, αιεν και νυν τα πουλια κελαηδουν
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τιμημα.

ΙΖ’
ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινη και αναμαρτητη τωρα πορευομαι.
Τωρα μ’ ακολουθουν αναλαφρα πλασματα
με τους ιριδισμους του πόλου στα μαλλια
και το πραο στο δερμα χρυσαφισμα.
Μες στα χορτα προβαινω, με το γονατο πλωρη
κι η ανασα μου διωχνει απ’ την οψη της γης
τις στερνες τολυπες του υπνου.
Και τα δεντρα βαδιζουν στο πλάι μου, εναντιον του ανεμου.
Μεγαλα μυστηρια βλεπω και παραδοξα :
Κρηνη την κρυπτη της Ελενης.
Τριαινα με δελφινι το σημαδι του Σταυρου.
Πυλη λευκη το ανοσιο συρματοπλεγμα.
Οθε με δοξα θα περασω.
Τα λογια που με προδωσαν και τα ραπισματα εχοντας
γινει μυρτιες και φοινικοκλαρα :
Ωσαννα σημαινοντας ο ερχομενος !
Ηδονη καρπου βλεπω τη στερηση.
Ελαιωνες λοξους με γαλαζιο αναμεσα στα δαχτυλα
τους χρονους της οργης πισω απ’ τα σιδερα.
Και γιαλον απεραντο, απο μαγγανεια31 ωραιων ματιων βρεμενο,
τον βυθο της Μαρινας.
Οπου αγνος θα περπατησω.
Τα δακρυα που με προδωσαν και οι ταπεινωσεις εχοντας
γινει πνοες και ανεσπερα πουλια:
Ωσαννα σημαινοντας ο ερχομενος !
Σε χωρα μακρινη και αναμαρτητη τωρα πορευομαι.

31
μαγεια

ιβ’
Ανοιγω το στομα μου ¤ κι αναγαλιαζει το πελαγος
Και παιρνει τα λογια μου ¤ στις σκοτεινες του σπηλιες
Και στις φωκιες τις μικρες ¤ τα ψιθυριζει
τις νυχτες που κλαιν ¤ των ανθρωπων τα βασανα.
Χαραζω τις φλεβες μου ¤ και κοκκινιζουν τα ονειρα
Και τσερκουλα30 γινονται ¤ στις γειτονιες των παιδιων
Και σεντονια στις κοπε ¤ λες που αγρυπνουνε
Κρυφα για ν’ ακουν ¤ των ερωτων τα θαυματα.
Ζαλιζει τ’ αγιοκλημα ¤ και κατεβαινω στον κηπο μου
Και θαβω τα πτωματα ¤ των μυστικων μου νεκρων
Και το λωρο το χρυσο ¤ των προδομενων
Αστερων τους κο ¤ βω να πεσουν στην αβυσσο.
Σκουριαζουν τα σιδερα ¤ και τιμωρω τον αιωνα τους
Εγω που δοκιμασα ¤ τις μυριαδες αιχμες
Κι απο γιουλια και ναρκισ ¤ σους το καινουργιο
Μαχαιρι ετοιμα ¤ ζω που αρμοζει στους Ηρωες.
Γυμνωνω τα στηθη μου ¤ και ξαπολυουνται οι ανεμοι
Κι ερειπια σαρωνουνε ¤ και χαλασμενες ψυχες
Κι απ’ τα νεφη τα πυκνα ¤ της καθαριζουν
Τη γη, να φανουν ¤ τα Λιβαδια τα Παντερπνα !

30
ροδα για κυλισμα (παιδικο παιγνιδι)

θα παρουν τους δρομους, οι εξωστες να ρανουν με ανθη το Νικητη. Που θα ζει
στην οσμη των πτωματων. Και του λακκου σιμα του το στομα, το σκοταδι θ’
ανοιγει στα μετρα του, κραζοντας: εξοριστε Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι
βλεπεις ;
-Βλεπω τους Στρατοδικες να καινε σαν κερια, στο μεγαλο τραπεζι της
Αναστασεως.
-Βλεπω τους Χωροφυλακους να προσφερουν το αιμα τους, θυσια στην
καθαριοτητα των ουρανων.
-Βλεπω τη διαρκη επανασταση φυτων και λουλουδιων.
-Βλεπω τις κανονιοφορους του Ερωτα.
Και των αρχαιων Κυβερνητων τα εργα πληρωνοντας η Χτισις, θα φριξει.
Ταραχη θα πεσει στον Αδη, και το σανιδωμα θα υποχωρησει απο την πιεση τη
μεγαλη του ηλιου. Αλλα πριν, ιδου θα στεναξουν οι νεοι και το αιμα τους αναιτια
θα γερασει. Κουρεμενοι καταδικοι θα χτυπησουν την καραβανα τους πανω στα
καγγελα. Και θα αδειασουν ολα τα εργοστασια, και μετα παλι με την επιταξη θα
γεμισουν, για να βγαλουνε ονειρα συντηρημενα σε κουτια μυριαδες, και
χιλιαδων λογιων εμφιαλωμενη φυση. Και θα ’ρθουνε χρονια χλωμα και
αδυναμα μεσα στη γαζα. Και θα ‘χει ο καθενας τα λιγα γραμμαρια της ευτυχιας.
Και θα ’ναι τα πραγματα μεσα του κιολας ωραια ερειπια. Τοτε, μην εχοντας
αλλη εξορια, που να θρηνησει ο Ποιητης, την υγεια της καταιγιδας απο τ’
ανοιχτα του του στηθη αδειαζοντας, θα γυρισει για να σταθει στα ωραια μεσα
ερειπια. Και τον πρωτο λογο του ο στερνος των ανθρωπων θα πει, ν’
αψηλωσουν τα χορτα, η γυναικα στο πλάι του σαν αχτιδα του ηλιου να βγει. Και
παλι θα λατρεψει τη γυναικα και θα την πλαγιασει στα χορτα καθως του
εταχθη. Και θα λαβουνε τα ονειρα εκδικηση, και θα σπειρουνε γενεες στους
αιωνες των αιωνων !

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ
ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ
ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετα την Αμαρτια που την ειπανε Αρετη μεσα στις
εκκλησιες και την ευλογησαν. Λειψανα παλιων αστρων και γωνιες αραχνιασμενες
τ’ ουρανου σαρωνοντας η καταιγιδα που θα γεννησει ο νους του ανθρωπου.
Και των αρχαιων Κυβερνητων τα εργα πληρωνοντας η Χτισις, θα φριξει.
Ταραχη θα πεσει στον Αδη, και το σανιδωμα θα υποχωρησει απο την πιεση τη
μεγαλη του ηλιου. Που πρωτα θα κρατησει τις αχτιδες του, σημαδι οτι καιρος
να λαβουνε τα ονειρα εκδικηση. Και μετα θα μιλησει και θα πει: εξοριστε
Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις ;
-Βλεπω τα εθνη, αλλοτες αλαζονικα, παραδομενα στη σφηκα και στο
ξυνοχορτο.
-Βλεπω τα πελεκια στον αερα σκιζοντας προτομες Αυτοκρατωρων και
στρατηγων.
-Βλεπω τους εμπορους να εισπραττουν σκυβοντας το κερδος των δικων τους
πτωματων.
-Βλεπω την αλληλουχια των κρυφων νοηματων.
Χρονους πολλους μετα την Αμαρτια που την ειπανε Αρετη μεσα στις εκκλησιες
και την ευλογησαν.Αλλα πριν, ιδου θα γινουν οι ωραιοι που ναρκισσευτηκαν
στις τριοδους Φιλιπποι και Ροβερτοι. Θα φορεσουν αναποδα το δαχτυλιδι
τους, και με καρφι θα χτενισουνε το μαλλι τους, και με νεκροκεφαλες θα
στολισουνε το στηθος τους, για να δελεασουν τα γυναια. Και τα γυναια θα
καταπλαγουν και θα στερξουν. Για να εβγει αληθινος ο λογος, οτι σιμα η μερα
οπου το καλλος θα παραδοθει στις μυγες της αγορας. Και θα αγαναχτησει το
κορμι της πορνης μην εχοντας τι αλλο να ζηλεψει. Και θα γινει κατηγορος η
πορνη σοφων και μεγιστανων, το σπερμα που υπηρετησε πιστα, σε μαρτυρια
φερνοντας. Και θα τιναξει πανουθε την καταρα, κατα την Ανατολη το χερι
τεντωνοντας και φωναζοντας: εξοριστε Ποιητη, στον αιωνα σου, λεγε, τι βλεπεις;
-Βλεπω τα χρωματα του Υμηττου στη βαση την ιερη του Νεου Αστικου μας
Κωδικα.
-Βλεπω τη μικρη Μυρτω, την πορνη απο την Σικινο, στημενη πετρινο αγαλμα
στην πλατεια της Αγορας με τις Κρηνες και τα ορθα Λεονταρια.
-Βλεπω τους εφηβους και βλεπω τα κοριτσια στην ετησια Κληρωση των
Ζευγαριων.
-Βλεπω ψηλα, μες στους αιθερες το Ερέχθειο των Πουλιων.
Λειψανα παλιων αστρων και γωνιες αραχνιασμενες τ’ ουρανου σαρωνοντας η
καταιγιδα που θα γεννησει ο νους του ανθρωπου. Αλλα πριν, ιδου θα
περασουν γενεες το αλετρι τους πανω στη στερφα γης. Και κρυφα θα
μετρησουν την ανθρωπινη πραματεια τους οι Κυβερνητες, κηρυσσοντας
πολεμους. Οπου θα χορταστουνε ο Χωροφυλακας και ο Στρατοδικης.
Αφηνοντας το χρυσαφι στους αφανεις, να εισπραξουν αυτοι τον μιστό της
υβρης και του μαρτυριου. Και μεγαλα πλοια θ’ ανεβασουν σημαιες, εμβατηρια

ια’
ΘΑ ΚΑΡΩ Μοναχος ¤ των θαλερων πραγματων
Σεμνα θα υπηρετω ¤ την ταξη των πουλιων
Στον ορθρο της Συκιας ¤ απο τις νυχτες θα ’ρχομαι
Καταδροσος ¤ να φερω στην ποδιά μου
Το κυανο ¤ το ροδινο το μωβ
Και τις γενναίες του νερου ¤ ν’ αναβω
Σταγονες ¤ ο γενναιοτερος
Εικονισματα θα ¤ ’χω τ’ αχραντα κοριτσια
Ντυμενα στου πελα ¤ γους μονο το λινο
Θα δεομαι να πα ¤ ρει της μυρτιας το ενστικτο
Η αγνοτη μου ¤ και τους μυωνες θηριου
Το ποταπο ¤ το δυστροπο το αχνο
Στα σφριγηλα σωθικα ¤ να πνιξω
Για παντα ¤ ο σφριγηλατοτερος
Θα περασουν καιροι ¤ πολλων ανομηματων
Του κερδους της τιμης ¤ των τυψεων του δαρμου
Λυσσωντας θα χιμαει ¤ ο Βουκεφαλας του αιματος
Τις ασπρες μου ¤ λαχταρες να λαχτισει
Την αντρεια ¤ τον ερωτα το φως
Και κραταιές οσφραινοντας ¤ τις να χλι-
μιντρισει ¤ ο κραταιοτερος.
Αλλα τοτε στις έξ ¤ των υψωμενων κρινων
Που η κριση μου θα κα ¤ νει ρηγμα του Καιρου
Η ενδεκατη εντολη ¤ θ’ αναδυθει απ’ τα ματια μου
Ή θα ’ναι αυτος ¤ ο κοσμος ή δε θα ’ναι
Ο Τοκετος ¤ η Θεωσις το Αεί
Που με τα δικαια της ψυχης ¤ μου θα ’χω
Κηρυξει ¤ ο δικαιοτερος

ΕΝΩΡΙΣ εξυπνησα τις ηδονες
ενωρις τη λεύκα μου αναψα
με το χερι μπροστα στη θαλασσα προχωρησα
εκει μονος την εστησα :
Φυσηξες και με κυκλωσαν οι τρικυμιες
ενα-ενα μου πηρες τα πουλια -
Θεε μου με φωναζες και πως να φυγω ;
Κοιταξα μες στο μελλον τους μηνες και τα χρονια
που ξανα θα γυρισουνε χωρις εμενα
και δαγκωθηκα τοσο βαθια
που αργα το αιμα μου ενιωσα ν’ αναβλυζει ψηλα
και να σταζει απ’ το μελλον μου.
Εσκαψα μες στο χωμα την ωρα που ημουν ο ενοχος
και τρεμοντας εσηκωσα το θυμα στα χερια μου
και του μιλησα τοσο απαλα που αργα τα ματια του ανοιξαν και σταλαξανε τη
δροσια
στο χωμα που ημουν ο ενοχος.
Εριξα το σκοταδι στο κρεβατι του ερωτα
με του κοσμου τα πραγματα στο νου μου γυμνα
και το σπερμα μου τιναξα τοσο μακρια
που αργα οι γυναικες γυρισαν μες στον ηλιο και πονεσαν
και γεννησανε παλι τα ορατα.
Θεε μου με φωναζες και πως να φυγω ;
Ενωρις εξυπνησα τις ηδονες
ενωρις τη λεύκα μου αναψα
με το χερι μπροστα στη θαλασσα προχωρησα
εκει μονος την εστησα:
Φυσηξες και λαχταρησαν τα σωθικα μου
ενα-ενα μου γυρισαν τα πουλια !

ΙΕ’
ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω
Τη συγγνωμη δεν εδωσα,
την ικεσια δεν εστερξα,
την ερημια την αντεξα σαν το χαλικι.
Τι, τι, τι αλλο μου μελλεται;
Τα κοπαδια των αστρων οδηγω στην αγγαλη σου
κι η Αυγη , πριν προλαβω, στα διχτυα της με παρασυρει,
που συ τη θελησες !
Λοφους με καστρα και πελαγη με καρποφορα
στεριωνω στον ανεμο
κι η καμπανα τα πινει, αργα, του δειλινου,
που συ τη θελησες !
Υψωνω χορτα σα να φωναζω μ’ ολα τα φρενα μου
και να τα παλι που καταπεφτουν
απο το καμα του Ιουλιου,
που συ θελησες !
Τι λοιπον, τι αλλο, τι νεο μου μελλεται;
Ιδου που εσυ μιλεις κι εγω αληθευω.
Σφεντοναω την πετρα και βρισκει επανω μου.
Ορυχεια βαθαινω και τους ουρανους εργαζομαι.
Τα πουλια κυνηγω και στο βαρος τους χανομαι.
Θεε μου συ με θελησες και να, στο ανταποδιδω.
Τα στοιχεια που εισαι,
ημερες και νυχτες,
ηλιοι κι αστερες, θυελλες και γαληνη,
ανατρεπω στην ταξη κι εναντιον τα βαζω
του δικου μου θανατου,
που συ τον θελησες !

ι’
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ αιματα ¤ με πορφυρωσαν
Και χαρες ανειδωτες ¤ με σκιασανε
Οξειδωθηκα μες στην ¤ νιοτια
των ανθρωπων
Μακρινη Μητερα ¤ Ροδο μου Αμαραντο
Στ’ ανοιχτα του πελαγου ¤ με καρτερεσαν
Με μπομπαρδες τρικαταρτες ¤ και μου ριξανε
Αμαρτια μου νά ‘χα ¤ κι εγω
μιαν αγαπη
Μακρινη Μητερα ¤ Ροδο μου Αμαραντο
Τον Ιουλιο καποτε ¤ μισανοιξανε
Τα μεγαλα ματια της ¤ μες στα σπλαχνα μου
Την παρθενα ζωη μια ¤ στιγμη
να φωτισουν
Μακρινη Μητερα ¤ Ροδο μου Αμαραντο
Κι απο τοτε γυρισαν ¤ καταπανω μου
Των αιωνων οργητες ¤ ξεφωνιζοντας
„Ο πού σ’ ειδε, στο αιμα ¤ ζει
και στην πετρα“
Μακρινη Μητερα ¤ Ροδο μου Αμαραντο
Της πατριδας μου παλι ¤ ομοιωθηκα
Μες στις πετρες ανθισα ¤ και μεγαλωσα
Των φονιαδων το αιμα ¤ με φως
ξεπληρωνω
Μακρινη Μητερα ¤ Ροδο μου Αμαραντο

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ
Ειπεν ο λαος μου: το δικαιο που μου διδαξαν επραξα και ιδου αιωνες
αποκαμα ν’ απαντεχω εξω απο την κλειστη θυρα της αυλης των προβατων.
Γνωριζε τη φωνη μου το ποιμνιο και στην καθε σφυριγματια μου αναπηδουσε
και βελαζε. Αλλοι ομως, και πολλες φορες ιο ιδιοι που πενευανε την καρτερια
μου, απο δεντρα και μαντρες πηδωντας, επατουσανε πρωτοι το ποδι αυτοι
μες στη μεση της αυλης των προβατων. Και ιδου παντα γυμνος εγω και χωρις
ποιμνιο κανενα, στεναζεν ο λαος μου. Και στα δοντια του γυαλιζεν η αρχαια
πεινα, και η ψυχη του ετριξε πανω στην πικρα της καθως που τριζει επανω στο
χαλικι το αρβυλο του απελπισμενου.
Τοτες αυτοι που κατεχουνε τα πολλα, ν’ ακουσουνε τετοιο τριξιμο, τρομαξαν.
Επειδη το καθε σημαδι καταλεπτως γνωριζουνε και συχνα, μιλια μακρια
διαβαζουνε στο συμφερον τους. Παρευθυς λοιπον τα πεδιλα τ’ απατηλα
ποδεθηκαν. Και μισοι πιανοντας τους αλλους μισους, απο τό ‘να και τ’ αλλο
μερος τραβουσανε, τετοια λογια λεγοντας: αξια και καλα τα εργα σας, και οριστε
αυτη αυτη που βλεπετε η θυρα η κλειστη της αυλης των προβατων. Ασηκωστε
το χερι και μαζι σας εμεις, και φροντιδα δικη μας η φωτια και το σιδερο.
Σπιτικα μη φοβαστε, φαμελιες μη λυπαστε, και ποτε σε γιου ή πατερα ή μικρου
αδερφου τη φωνη, πισω μη κανετε. Ειδέ τυχει κανεις απο σας κι ή φοβηθει κι
ή λυπηθει κι ή κανει πισω, να ξερει: επανω του η φωτια που φεραμε και το
σιδερο.
Και το λογο τους πριν αποσωσουν ειχε παρει ν’ αλλαζει ο καιρος, μακρια στο
μαυραδι των νεφων και σιμα στο κοπαδι των ανθρωπων. Σα να περασε αγερας
χαμηλα βογγωντας και ν’ αποριξε αδεια τα κορμια, διχως μια σταλα θυμηση.
Το κεφαλι μπλαβο και αλαλα αψηλα στραμμενο, μα το χερι βαθια μεσα στην
τσεπη, γραπωμενο απο κομματι σιδερο, της φωτιας ή απ’ τ’ αλλα, πό ‘χουν τη
μυτη σουγλερη και την κοψη αθερα. Και βαδιζανε καταπανου στον εναν ο
αλλος, μη γνωριζοντας ο ενας τον αλλο. Και σημαδευε κατα πατερα ο γιος και
κατ’ αδερφου μικρου ο μεγαλος. Που πολλα σπιτικα πομεινανε στη μεση, και
πολλες γυναικες απανωτα δυο και τρεις φορες μαυροφορεσανε. Και που αν
εκανες να βγεις λιγακι παραοξω, τιποτε. Μονο αγερας βουιζοντας μεσα στα
μεσοδοκια και στα λιγα καμενα λιθαρια μεριες-μεριες οι καπνοι βοσκωντας τα
κουφαρια των σκοτωμενων.
Μηνες τριαντα τρεις και πλεον βαστηξε το Κακο. Που τη θυρα χτυπουσανε ν’
ανοιξουνε της αυλης των προβατων. Και φωνη προβατου δεν ακουστηκε
παρεχτος επανω στο μαχαιρι. Και φωνη θυρας ουτε, παρεχτος στην ωρα που
‘γερνε μες στις φλογες τις υστερες να καει. Επειδη αυτος ο λαος μου η θυρα
και αυτος ο λαος μου η αυλη και το ποιμνιο των προβατων.

θ’
ΤΙΣ ΝΕΦΕΛΕΣ αφηνοντας πισω τους ¤ Ταξιδευουν των βραχων τ’ αγαλματα
Με το στηθος μπροστα σα ν’ αμπωχνουνε ¤ Στους ανεμους μεσα τα μελλοντα
Μην οι γυπες τα παρουν κι αυτα ¤ μυρωδια και χιμηξουν !
Η καμπανα σημαινοντας θανατο ¤ Των χωριων τα κοπαδια κατεβηκαν
Στις πλαγιες που αγναντευουν το πελαγο ¤ Και φωνη τούς ανεμους εταραξεν
Αχ η πεινα μας εχει, παιδια ¤ την ψυχη σκοτεινιασει !
Στων εθνων τα κρυμμενα εργοστασια ¤ Με το σταρι ετοιμαζουνε μεταλλα
Το θεριο που δε θελουνε θρεφουνε ¤ Και το στομα του να γιγαντωνεται
Ωσπου να μη μεινει κανεις ¤ και τα κοκαλα τριξουν !
Αλλα πριν στην κοιλαδα που σειστηκε ¤ Λες και στένων ο Αδης εβοησε
Των σπιτιων οι σκεπες ξεκαρφωθηκαν ¤ Και το θαυμα τ’ ανελπιστο φανηκαν
Οι γυναικες ν’ ακουν σιωπηλα ¤ στων βρεφων τους το κλαμα !
Η ζωη που το θανατο γευτηκε ¤ Σαν τον ηλιο γυμνη ξαναγυρισε
Και μην εχοντας αχ αλλο τιποτε ¤ Η ζωη που τα παντα σπαταλησε
Στα χαλασματα καρφωσε μια ¤ παπαρουνα που λαμπει !
Αν ποτε το γερακι ξαναδινε ¤ Τη φωνη του προβατου που σπαραξε
Με τ’ αυτι στο χορταρι θ’ ακουγαμε ¤ Των νεκρων την οργη πως γυμναζεται
Το σκοταδι ν’ αρπαξει μεμιας ¤ κι απ’ την αλλη να δειξει !

ΙΔ’
ΝΑΟΙ στο σχημα τ’ ουρανου
και κοριτσια ωραια
με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε !
Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε !
Φυγανε φυγανε
ο Ιουλιος με το φωτεινο πουκαμισο
και ο Αυγουστος ο πετρινος με τα μικρα του ανωμαλα σκαλια.
Φυγανε
και στα ματια μεσα των βυθων ανερμηνευτος εμεινε ο αστεριας
και στα βαθη μεσα των ματιων ανεπιδοτο εμεινε το ηλιοβασιλεμα !
Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.
Τειχισε τις πλευρες του κοσμου
και απο το μερος τ’ ουρανου σηκωσε τις εννεα επαλξεις
και στην πλακα επανω του βωμου σφαγιασε το σωμα
τους φρουρους πολλους εστησε στις εξοδους.
Και των ανθρωπων η φρονηση εκλεισε τα συνορα.
Ναοι στο σχημα τ’ ουρανου
και κοριτσια ωραια
με το σταφυλι στα δοντια που μας πρεπατε !
Πουλια το βαρος της καρδιας μας ψηλα μηδενιζοντας
και πολυ γαλαζιο που αγαπησαμε !
Φυγανε φυγανε
ο Μαϊστρος με το μυτερο του σανταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλογιστος με τα λοξα του κοκκινα πανια.
Φυγανε
και βαθια κατω απο το χωμα συννεφιασε ανεβαζοντας
χαλικι μαυρο
και βροντες, η οργη των νεκρων
και αργα στον ανεμο τριζοντας
εγυρισανε παλι με το στηθος μπροστα
φοβερα, των βραχων τ’ αγαλματα !

ΑΝΟΜΙΕΣ εμιαναν τα χερια μου, πως να τ’ ανοιξω;
Κουστωδιες29 γεμισανε τα ματια μου, που να κοιταξω;
Γιοι των ανθρωπων,τι να πω;
Τα φριχτα σηκωνει η γης κι η ψυχη τα φριχτοτερα !
Ευγε πρωτη νεοτης μου και αδαμαστο χειλι
που το βοτσαλο διδαξες της τρικυμιας
και στις μπορες μεσα, της βροντης αντιμιλησες
Ευγε πρωτη νεοτης μου !
Τοσο χωμα στις ριζες μου εριξες, που κι η σκεψη μου χλόισε !
Τοσο φως μες στο αιμα μου, που κι η αγαπη μου πηρε
το κρατος και το νοημα τ’ ουρανου.
Καθαρος ειμαι απ’ ακρη σ’ ακρη
και στα χερια του Θανατου αχρηστο σκευος
και στα νυχια των αγροικων λεια κακη.
Γιοι των ανθρωπων, να φοβουμαι τι;
Παρετε μου τη θαλασσα με τους ασπρους βοριαδες,
το πλατυ το παραθυρο γεματο λεμονιες,
τα πολλα κελαηδισματα, και το κοριτσι το ενα
που και μονον αν αγγιξα η χαρα του μου αρκεσε
παρετε μου, τραγουδησα !
Παρετε μου τα ονειρα, πως να διαβασετε;
Παρετε μου τη σκεψη, που να την πειτε;
Καθαρος ειμαι απ’ ακρη σ’ ακρη.
Με το στομα φιλωντας εχαρηκα το παρθενο κορμι.
Τις ιδεες μου ολες ενησιωτησα.
Στη συνειδηση μου εσταξα λεμονι.

29
Κουστωδια: στρατιωτικη φρουρα

ΙΒ’
ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ μεσανυχτα, στους ορυζωνες του υπνου
απνοια που με τυρρανα και κακο κουνουπι της Σεληνης !
Τα σεντονια παλευω και τα ματια πηχτα
στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω:
Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι
των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
εσεις που κατεχετε το μυστικο
συρετε μου στα ματια ενα δελφινι
Στα ματια ενα δελφινι συρετε μου
να ‘ναι ταχυ, κι ελληνικο, και να ‘ναι η ωρα εντεκα !
Να περνα και να σβηνει την πλακα του βωμου
και ν’ αλλαζει το νοημα του μαρτυριου
Οι αφροι του λευκοι να ν’ αναπηδουν επανω
τον Ιερακα και τον Ιερεα να πνιξουν !
Να περνα και να λυνει το σχημα του Σταυρου
και στα δεντρα το ξυλο να επιστρεφει
Ο βαθυς τριγμος να μου θυμιζει ακομη
οτι αυτος που ειμαι, υπαρχω !
Η ουρα του η πλατια να μου αυλακωνει
απο το δρομο ανεχαραγο τη μνημη
Και στον ηλιο παλι να με αφηνει
σαν αρχαιο χαλικι των Κυκλαδων !
Τα σεντονια παλευω και τα χερια τυφλα
στο σκοταδι ματαια δοκιμαζω:
Ανεμοι γεροντες γενειοφοροι
των παλαιων μου θαλασσων φρουροι και κλειδοκρατορες
εσεις που κατεχετε το μυστικο
στην καρδια μου την Τριαινα χτυπησετε μου
και σταυρωσετε μου την με το δελφινι
Το σημειο που ειμαι αληθεια ο ιδιος
με την πρωτη νεοτητα ν’ ανεβω
στο γλαυκο τ’ ουρανου - κι εκει να εξουσιασω !

ΙΑ’
ΟΠΟΥ, φωναζω, και να βρισκεστε, αδελφοι,
οπου και να πατει το ποδι σας,
ανοιξετε μια βρυση,
τη δικη σας βρυση του Μαυρογενη.
Καλο το νερο
και πετρινο το χερι του μεσημεριου
που κρατει τον ηλιο στην ανοιχτη παλαμη του.
Δροσερος ο κρουνος θ’ αγγαλιασω.
Η λαλια που δεν ξερει απο ψεμα
μεγαλοφωνα το νου μου ν’ απαγγειλει,
ευαναγνωστα να γινουν τα σωθικα μου.
Δεν μπορω,
η αγχονη τα δεντρα μου εξουθενωσε
και τα ματια μαυριζουν.
Δεν αντεχω
και τα σταυροδρομια που ηξερα εγιναν αδιεξοδα.
Σελδζουκοι ροπαλοφοροι καραδοκουν.
Χαγάνοι ορνεοκεφαλοι βυσσοδομουν.
Σκυλοκοιτες και νεκροσιτοι κι ερεβομανεις
κοπροκρατουν το μελλον.
Οπου και να σας βρισκει το κακο, αδελφοι,
οπου και να θολωνει ο νους σας,
μνημονευετε Διονυσιο Σολωμο
και μνημονευετε Αλεξανδρο Παπαδιαμαντη.
Η λαλια που δεν ξερει απο ψεμα
θ’ αναπαυσει το προσωπο το μαρτυριου
με το λιγο βαμμα του γλαυκου στα χειλη.
Καλο το νερο
και πετρινο το χερι του μεσημεριου
που κρατει τον ηλιο στην ανοιχτη παλαμη του.
Οπου και να πατει το ποδι σας, φωναζω,
ανοιξετε, αδελφοι,
μια βρυση ανοιξετε,
τη δικη σας βρυση ανοιξετε,
την δικη σας βρυση του Μαυρογενη !

Φυσηξεν η νυχτα ¤ σβησανε τα σπιτια
κι ειναι αργα στην ψυχη μου
Δεν ακουει κανενας ¤ οπου κι αν χτυπησω
η μνημη με σκοτωνει
Αδελφοι μου, λεει ¤ μαυρες ωρες φτανουν
ο καιρος θα δειξει
Των ανθρωπων εχουν ¤ οι χαρές μιανει
τα σπλαχνα των τερατων
Γυρισα τα ματια ¤ δακρυα γιοματα
κατα το παραθυρι
Φωναξα στις πυλες ¤ κι η φωνη μου πηρε
τη θλιψη των φονιαδων
Μες στης γης το κεντρο ¤ φανηκε ο πυρηνας
που ολο σκοτεινιαζει
Κι η αχτιδα του ηλιου ¤ γινηκεν, ιδεστε
ο μιτος του Θανατου !

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ
ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ μερες εκεινου του χειμωνα, ενα πρωι Σαββατου,
σωρος αυτοκινητα και μοτοσυκλετες εζωσανε το μικρο συνοικισμο του
Λευτερη, με τα τρυπια τενεκεδενια παραθυρα και τ’ αυλακια των οχετων στον
δρομο. Και φωνες αγριες βγανοντας, εκατεβηκανε ανθρωποι με χυμενη την
οψη στο μολυβι και μαλλια ολόισα ιδιο αχερο. Προσταζοντας να συναχτουν οι
αντρες ολοι στο οικοπεδο με τις τσουκνιδες. Και ηταν αρματωμενοι απο πανου
ως κατου, με τις μπουκες χαμηλα στραμμενες κατα το μπουλουκι. Και μεγαλος
φοβος επιανε τα παιδια, επειδη τυχαινε, σχεδον ολα, να κατεχουνε καποιο
μυστικο στην τσεπη ή στην ψυχη τους. Αλλα τροπος δεν ητανε, και χρεος την
αναγκη κανοντας, λαβανε θεση στη γραμμη, και οι ανθρωποι με το μολυβι στην
οψη, το αχερο στα μαλλια και τα κοντα μαυρα πογηματα, ξετζυλιγανε γυρω
τους το συρματοπλεγμα. Και κοψανε στα δυο τα συγνεφα, οσο που το
χιονονερο αρχισε να πεφτει, και τα σαγονια με κοπο κρατουσανε τα δοντια στη
θεση τους, μηπως τους φυγουν ή σπασουνε.
Τοτε, απ τ’ αλλο μερος φανηκε αργα βαδιζοντας να ‘ρχεται Αυτος με το
Σβησμενο Προσωπο, που σηκωνε το δαχτυλο κι οι ωρες ανατριχιαζαν στο
μεγαλο ρολόι των αγγελων. Και σε οποιον λαχαινε να σταθει μπροστα, ευθυς οι
αλλοι τον αρπαζανε και τον εσουρνανε χαμου πατωντας τον. Ωσπου εφτασε
καποτε η στιγμη να σταθει και μπροστα στον Λευτερη. Αλλα εκεινος δε σαλεψε.
Σηκωσε μονο αργα τα ματια του και τα πηγε με μιας τοσο μακρια - μακρια
μεσα στο μελλον του - που ο αλλος ενιωσε το σκουντημα κι εγειρε πισω με
κιντυνο να πεσει. Και σκυλιαζοντας, εκανε ν’ ανασηκωσει το μαυρο του πανι,
ναν του φτυσει καταμουτρα. Μα παλι ο Λευτερης δε σαλεψε.
Πανω σε κεινη τη στιγμη, ο Μεγαλος Ξενος, αυτος που ακολουθουσε με τα τρια
σειρητια στο γιακα, στηριζοντας τα χερια στη μεση του, καγχασε: οριστε, ειπε,
οριστε οι ανθρωποι που θελουνε , λεει, ν’ αλλαξουνε την πορεια του κοσμου !
Και μη γνωριζοντας οτι ελεγε την αληθεια ο δυστυχης, καταπροσωπο τρεις
φορες του καταφερε το μαστιγιο. Αλλα τριτη φορα ο Λευτερης δε σαλεψε.
Τοτε, τυφλος απο τη λιγη περαση που ‘χε η δυναμη στα χερια του, ο αλλος, μη
γνωριζοντας τι πραττει, τραβηξε το περιστροφο και του το βροντησε συρριζα
στο δεξι του αυτι.
Και πολυ τρομαξανε τα παιδια, και οι ανθρωποι με το μολυβι στην οψη και τα
κοντα μαυρα ποδηματα, κερωσαν. Επειδη πηγανε κ’ ηρθανε γυρω τα
χαμοσπιτα, και σε πολλες μεριες το πισσοχαρτο επεσε και φανηκανε μακρια,
πισω απο τον ηλιο, οι γυναικες να κλαινε γονατιστες, πανω σ’ ενα ερμο
οικοπεδο, γεματο τσουκνιδες και μαυρα πηχτα αιματα. Ενω σημαινε δωδεκα
ακριβως το μεγαλο ρολόι των αγγελων.

ζ’
ΑΥΤΟΣ αυτος ο κοσμος ¤ ο ιδιος κοσμος ειναι
Των ηλιων και του κονιορτου ¤ της τυρβης και του αποδειπνου
Ο υφαντης των αστερισμων ¤ ο ασημωτης των βρυων
Στη χαση του θυμητικου ¤ στο εβγα των ονειρων
Αυτος ο ιδιος κοσμος ¤ αυτος ο κοσμος ειναι
Κυμβαλο κυμβαλο ¤ και ματαιο γελιο μακρινο !
Αυτος αυτος κοσμος ¤ ο ιδιος κοσμος ειναι
Ο σκυλευοντας την ηδονη ¤ ο βιαζοντας τις κρηνες
Ο πανω απ’ τους Κατακλυσμους ¤ ο κατω απ’ τους Τυφωνες
Ο γαμψος, ο κυφος ¤ ο δασυς, ο πυρρος
Τις νυχτες με τη συριγγα ¤ τις μερες με τη φορμιγγα
Στα σκυρα των πολιτειων ¤ στους αρτεμωνες των αγρων
Αυτος ο πλατυκεφαλος ¤ αυτος ο μακρυκεφαλος
Ο εκουσιος ¤ ο ακουσιος
Ο υιος Αγγειθ ¤ και ο Σολομων
Αυτος αυτος κοσμος ¤ ο ιδιος κοσμος ειναι
Της Αμπωτης και του οργασμου ¤ των τυψεων και της νεφωσης
Ο ευρέτης των ζωδιακων ¤ ο τολμητιας των θόλων
Στην ακρη της εκλειπτικης ¤ κι οσο που φτανει η Χτισις
Αυτος ο ιδιος κοσμος ¤ αυτος ο κοσμος ειναι
Βουκινο βουκινο ¤ και ματαιο νεφος μακρινο !

Ι'
ΚΑΤΑΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥ εχλευασαν οι νεοι Αλεξανδρεις:
ιδεστε, ειπαν, ο αφελης περιηγητης του αιωνος !
Ο αναισθητος
που οταν ολοι εμεις θρηνουμε αυτος αγαλια
και οταν ολοι παλι αγαλιουμε
αυτος αναιτια σκυθρωπιαζει.
Στις κραυγες μας μπροστα προσπερνα και αδιαφορει
και τα σε μας αορατα με το αυτι στην πετρα,
σοβαρος και μονος προσεχει.
Ο χωρις φιλον κανενα
μητε οπαδο,
που εμπιστευεται μονον το σωμα του
και το μεγα μυστηριο στ’ αγκαθοφυλλα μεσα του ηλιου αναζητει,
αυτος ειναι,
ο αποβλητος απο τις αγορες του αιωνος !
Επειδη νου δεν εχει
και απο ξενα δακρυα κερδος δε βγανει
και στο θαμνο που καιει την αγωνια μας
μοναχα καταδεχεται να ουρει.
Ο αντιχριστος και αναλγητος δαιμονιστης του αιωνος !
Που οταν ολοι εμεις πενθουμε,
αυτος ηλιοφορει.
Και οταν ειρηνη αγγελουμε,
μαχαιροφορει.
Καταπροσωπο μου οι νεοι Αλεξανδρεις εχλευασαν !

Θ’
ΑΥΤΟΣ ειναι
ο παντοτε αφανης δικος μας Ιουδας !
Θυρες επτα τον καλυπτουνε
και στρατιες επτα παχυνονται στην διακονια του.
Μηχανες αερος τον απαγουνε
και βαρυν απο γουνα και ταρταρουγα,
στα Ηλυσια μεσα και στους Λευκους Οικους τον αποθετουνε.
Και γλωσσα καμια δεν εχει, επειδη ολες δικες του -
Και καμια γυναικα, επειδη ολες δικες του -
Ο Παντοδυναμος !
Θαυμαζουν οι αφελεις
και σιμα στη λαμψη του κρυσταλλου χαμογελουν οι μαυροφορεμενοι,
και σκιρτουν των αντρων του Λυκαβητου
οι ημιγυμνες τιγρισσες !
Αλλα πορος κανεις για να περασει ο ηλιος τη φημη του στο μελλον,
Και ημερα Κρισεως καμια, επειδη
εμεις αδελφοι, εμεις η μερα της Κρισεως
και δικο μας το χερι που θ’ αποθεωθει -
καταπροσωπο ριχνοντας τα αργυρια !

ς‘
ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ηλιε νοητε ¤ και μυρσινη συ δοξαστικη
μη παρακαλω σας μη ¤ λησμοναται τη χωρα μου!
Αετομορφα εχει τα ψηλα βουνα ¤ στα ηφαιστεια κληματα σειρα
και τα σπιτια πιο λευκα ¤ στου γλαυκου το γειτονεμα!
Της Ασιας αν αγγιζει απο τη μια ¤ της Ευρωπης λιγο αν ακουμπα
στον αιθερα στεκει να ¤ και στη θαλασσα μονη της!
Και δεν ειναι μητε ξενου λογισμος ¤ και δικου της μητε αγαπη μια
μονο πενθος αχ παντου ¤ και το φως ανελεητο!
Τα πικρα μου χερια με τον Κεραυνο ¤ τα γυριζω πισω απ' τον Καιρο
τους παλιους φιλους καλω ¤ με φοβερες και μ' αιματα!
Μα 'χουν ολα τα αιματα ξαντιμεθει ¤ κι οι φοβερες αχ λατομηθει
και στον εναν ο αλλος μπαι ¤ νουν εναντιον οι ανεμοι!
Της Δικαιοσυνης ηλιε νοητε ¤ και μυρσινη συ δοξαστικη
μη παρακαλω σας μη ¤ λησμονατε τη χωρα μου !

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
Τις ημερες εκεινες εκαναν συναξη μυστικη τα παιδια και λαβανε την αποφαση,
επειδη τα κακα μαντατα πληθαιναν στην πρωτευουσα, να βγουν εξω σε
πλατειες με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει : μια παλαμη τοπο κατω
απο τ’ ανοιχτο πουκαμισο, με τις μαυρες τριχες και το σταυρουδακι του ηλιου.
Οπου ειχε κρατος η Ανοιξη.
Και επειδη σιμωνε η μερα που το Γενος ειχε συνηθιο να γιορταζει τον αλλο
Σηκωμο, τη μερα παλι εκεινη ορισανε για την Εξοδο. Και νωρις εβγηκανε
καταμπροστα στον ηλιο, με πανου ως κατου απλωμενη την αφοβια σα σημαια,
οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν αλητες. Και ακολουθουσανε
αντρες πολλοι, και γυναικες, και λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα δεκανικια.
Οπου εβλεπες αξαφνα στην οψη τους τοσες χαρακιες, που ‘λεγες ειχανε
περασει μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα.
Τετοιας λογης αποκοτιες, ωστοσο, μαθαινοντες οι Αλλοι, σφοδρα ταραχτηκαν.
Και τρεις φορες με το ματι αναμετρωντας το εχει τους, λαβανε την αποφαση να
βγουν εξω σε δρομους και σε πλατειες, με το μονο πραγμα που τους ειχε
απομεινει: μια πηχη φωτια κατω απ’ τα σιδερα, με τις μαυρες κανες και τα
δοντια του ηλιου. Οπου μητε κλωνος μητε ανθος, δακρυο ποτε δεν εβγαλαν.
Και χτυπουσανε οπου να ‘ναι, σφαλωντας τα βλεφαρα με απογνωση. Και η
Ανοιξη ολοενα τους κυριευε. Σαν να μην ητανε αλλος δρομος πανω σ’ ολακερη
τη γη, για να περασει η Ανοιξη παρα μοναχα αυτος, και να τον ειχαν παρει
αμιλητοι, κοιταζοντας πολυ μακρια, περ’ απ’ την ακρη της απελπισιας, τη
Γαληνη που εμελλαν να γινουν, οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν
αλητες, και οι αντρες, και οι γυναικες, και οι λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα
δεκανικια.
Και περασανε μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα. Και θερισανε πληθος τα θηρια,
και αλλους εμαζωξαν. Και την αλλη μερα εστησανε στον τοιχο τριαντα.

ε'
ΜΕ ΤΟ ΛΥΧΝΟ του αστρου ¤ στους ουρανους εβγηκα
Στο αγιαζι των λειμωνων28 ¤ στη μονη ακτη του κοσμου
Που να βρω την ψυχη μου ¤ το τετραφυλλο δακρυ !
Λυπημενες μυρσινες ¤ ασημωμενες υπνο
Μου ραντισαν την οψη ¤ Φυσω και μονος παω
Που να βρω την ψυχη μου ¤ το τετραφυλλο δακρυ !
Οδηγε των ακτινων ¤ και των κοιτωνων Μαγε
Αγυρτη που γνωριζεις ¤ το μελλον μιλησε μου
Που να βρω την ψυχη μου ¤ το τετραφυλλο δακρυ !
Τα κοριτσια μου πενθος ¤ για τους αιωνες εχουν
Τ’ αγορια μου τουφεκια ¤ κρατουν και δεν κατεχουν
Που να βρω την ψυχη μου ¤ το τετραφυλλο δακρυ !
Εκατογχειρες νυχτες ¤ μες στο στερεωμα ολο
Τα σπλαχνα μου αναδευουν ¤ Αυτος ο πονος καιει
Που να βρω την ψυχη μου ¤ το τετραφυλλο δακρυ !
Με το λυχνο του αστρου ¤ στους ουρανους γυριζω
Στο αγιαζι των λειμωνων ¤ στη μονη ακτη του κοσμου
Που να βρω την ψυχη μου ¤ το τετραφυλλο δακρυ !

28
λειμων = λιβαδι

Η’
ΗΡΘΑΝ
με τα χρυσα σειρητια
τα πετεινα του Βορρα και της Ανατολης τα θηρια !
Και τη σαρκα μου στα δυο μοιραζοντας
και στερνα στο συκωτι μου επανω εριζοντας
εφυγαν.
„Γι ‘ αυτους, ειπαν, ο καπνος της θυσιας,
και για μας της φημης ο καπνος,
αμην.“
Και την ηχω σταλμενη απο τα περασμενα
ολοι ακουσαμε και γνωρισαμε.
την ηχω ακουσαμε γνωρισαμε ξανα
με στεγνη φωνη τραγουδησαμε :
Για μας, το ματωμενο σιδερο
και τριπλα εργασμενη προδοσια.
Για μας η αυγη στο χαλκωμα
και τα δοντια τα σφιγμενα ως την ωρα την υστερη
ο δολος και τ’ αορατο γαγγαμο27.
Για μας το συρσιμο της γης
ο κρυφος ορκος μες στα σκοτεινα
των ματιων η απονια
κι η ποτε καμια, καμια ποτε Ανταποδοση.
Αδελφοι μάς εγελασαν !
„Γι’ αυτους, ειπαν, ο καπνος της θυσιας,
και για μας της φημης ο καπνος,
αμην.“
Αλλα συ μες στο χερι μας το λυχνο του αστρου
με το λογο σου αναψες, του αθωου στομα
θυρα της Παραδεισος !
Την ισχυ του καπνου στο μελλον βλεπουμε
της πνοης σου παιγνιο
και το κρατος και τη βασιλεια του !

27
γαγγαμο= διχτυ

Ζ’
ΗΡΘΑΝ
ντυμενοι „φιλοι“
αμετρητες φορες οι εχθροι μου
το παμπαλαιο χωμα πατωντας.
Και το χωμα δεν εδεσε ποτε με τη φτερνα τους.
Εφεραν
το Σοφο, τον οικιστη και το Γεωμετρη,
Βιβλους γραμματων και αριθμων,
την πασα Υποταγη και Δυναμη,
το παμπαλαιο φως εξουσιαζοντας.
Και το φως δεν εδεσε ποτε με τη σκεπη τους.
Ουτε μελισσα καν δε γελαστηκε το χρυσο ν’ αρχινισει παιχνιδι·
ουτε ζεφυρος καν, τις λευκες να φουσκωσει ποδιες.
Εστησαν και θεμελειωσαν
στις κορφες, στις κοιλαδες, στα πόρτα
πυργους κραταιους κι επαυλεις
ξυλα και αλλα πλεουμενα,
τους Νομους, τους θεσπιζοντας τα καλα και συμφεροντα,
στο παμπαλαιο μετρο εφαρμοζοντας.
Και το μετρο δεν εδεσε ποτε με τη σκεψη τους.
Ουτε καν ενα χναρι θεου στην ψυχη τους σημαδι δεν αφησε·
ουτε καν ενα βλεμμα ξωθιας τη μιλια τους δεν ειπε να παρει.
Εφτασαν
ντυμενοι „φιλοι“
αμετρητες φορες οι εχθροι μου,
τα παμπαλαια δωρα προσφεροντας.
Και τα δωρα τους αλλα δεν ητανε
παρα μονο σιδερο και φωτια.
Στ’ ανοιχτα που καρτερεγαν δαχτυλα
μονον οπλα και σιδερο και φωτια
Μονον οπλα και σιδερο και φωτια.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ των νεφων και των κυματων κοιμαται μεσα μου !
Στη θηλή της θυελλας τα σκοτεινα του χειλη
και η ψυχη του παντοτε με της θαλασσης το λαχτισμα
πανω στα ποδια του ορους !
Ξεριζωνει δρυς και δριμυς κατεβαινει ο θρηϊκιος.
Μικρα καραβια στου καβου το γυρισμα
ξαφνου μπαταρουν και χανονται.
Και παλι προβαινουν ψηλα μες στα νεφη
απ’ την αλλη μερια του βυθου.
Στις αγκυρες εχουν κολλησει τα φυκια
στα γενια θλιμμενων αγιων.
Ωραιες αχτιδες γυρω στην οψη
την αλω του ποντου δονουν.
Νηστικοι κατα κει τ’ αδεια ματια γυριζουν οι γεροντες
Κι οι γυναικες τη μαυρη σκια τους επανω
στον αχραντο ασβεστη φορουν.
Μαζι τους εγω, το χερι κινω
Ποιητης των νεφων και των κυματων !
Στο στενο τενεκε με το χρωμα βουτω
τα πινελα μαζι τους και βαφω:
Τα καινουργια σκαρια
τα χρυσα και τα μαυρα εικονισματα !
Βοηθος και σκεπη μας Άη Καναρη !
Βοηθος και σκεπη μας Άη Μιαουλη !
Βοηθος και σκεπη μας Αγιά Μαντω !

Ε'
ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιει
ακαυτη βατος.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Ταραζεται ο καιρος
κι απ’ τα ποδια τις μερες κρεμαζει
αδειαζοντας με παταγο τα οστα των ταπεινωμενων.
Ποιοι, πως, ποτε ανεβηκαν την αβυσσο;
Ποιες, ποιων, ποσων οι στρατιες;
Τ’ ουρανου το προσωπο γυριζει κι οι εχθροι μου εφυγαν μακρυα.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Εσυ μονη απ’ τη φτερνα τον αντρα γνωριζεις
Εσυ μονη απ’ την κοψη της πετρας μιλας.
Εσυ την οψη των αγιων οξυνεις
κι εσυ στου νερου των αιωνων την ακρη συρεις
πασχαλιαν αναστασιμη !
Αγγιζεις το νου μου και πονει το βρεφος της Ανοιξης !
Τιμωρεις το χερι μου και στα σκοτη λευκαινεσαι !
Παντα παντα περνας τη φωτια για να φτασεις τη λαμψη.
Παντα παντα τη λαμψη περνας
για να φτασεις τη ψηλα τα βουνα τα χιονοδοξα.
Ομως τι τα βουνα; Ποιος και τι στα βουνα;
Τα θεμελεια μου στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιει
ακαυτη βατος !

δ'
ΕΝΑ το χελιδονι ¤ κι η Ανοιξη ακριβη
Για να γυρισει ο ηλιος ¤ θελει δουλεια πολλη
Θελει νεκρους χιλιαδες ¤ να 'ναι στους Τροχους
Θελει κι οι ζωντανοι ¤ να δινουν το αιμα τους.
Θε μου Πρωτομαστορα ¤ μ' εχτισες μεσα στα βουνα
Θε μου Πρωτομαστορα ¤ μ' εκλεισες μες στη θαλασσα!
Παρθηκεν απο Μαγους ¤ το σωμα του Μαγιου
Το 'χουνε θαψει σ' ενα ¤ μνημα του πελαγου
Σ' ενα βαθυ πηγαδι ¤ το 'χουνε κλειστο
Μυρισε το σκοτα ¤ δι κι ολη η Αβυσσο.
Θε μου Πρωτομαστορα ¤ μεσα στις πασχαλιες και Συ
Θε μου Πρωτομαστορα ¤ μυρισες την Ανασταση!
Σαλεψε σαν το σπερμα ¤ σε μητρα σκοτεινη
Το φοβερο της μνημης ¤ εντομο μες στη γη
Κι οπως δαγκωνει αραχνη ¤ δαγκωσε το φως
Ελαμψαν οι γιαλοι ¤ κι ολο το πελαγος.
Θε μου Πρωτομαστορα ¤ μ' εζωσες τις ακρογιαλιες
Θε μου Πρωτομαστορα ¤ στα βουνα με θεμελιωσες!

κατακαθιζε θωρουσες να τρεχουνε πισω τους χειρονομωντας οι ανθρωποι που
τα ‘χανε φερει με κοπους ισαμε κει. Και τα προσωπα τους χλωμα, και
ξεφορτωναν τη ρεγγα και το χαλβα κοιταζοντας να ξετελεψουν μια ωρα
αρχυτερα και να φυγουνε, οτι δεν ηταν μαθημενοι και τους ετρομαζε το
βροντισμα στα βουνα και το μαυρο γενι στη φαγωμενη την οψη μας.

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΟΙ ΗΜΙΟΝΗΓΟΙ
Τις ημερες εκεινες εφτασαν επιτελους υστερα απο τρεις σωστες εβδομαδες οι
πρωτοι στα μερη μας ημιονηγοι. Και ελεγαν πολλα για τις πολιτειες που
διαβηκαν, Δέλβινο, Αγιοι Σαραντα, Κορυτσα. Και ξεφορτωναν τη ρεγγα και το
χαλβα κοιταζοντας να ξετελεψουν μια ωρα αρχυτερα και να φυγουνε. Οτι δεν
ηταν συνηθισμενοι και τους ετρομαζε το βροντισμα στα βουνα και το μαυρο
γενι στη φαγωμενη την οψη μας.
Και συνεβηκε τοτες ενας απ’ αυτους να ‘χει μαζι του κατι παλιες εφημεριδες.
Και διαβαζαμε ολοι απορημενοι, μ’ ολο που το ‘χαμε κιολας ακουστα, πως
επανηγυριζαν στην πρωτευουσα και πως ο κοσμος εσηκωνε, λεει, ψηλα στα
χερια τους φανταρους που γυριζανε με αδειες απο τα γραφεια της Πρεβεζας
και της Αρτας. Και σημαινανε ολη μερα οι καμπανες, και το βραδυ στα θεατρα
λεγανε τραγουδια και παριστανανε στη σκηνη τη ζωη μας για να χειροκροτα ο
κοσμακης.
Βαρεια σιωπη επεσε αναμεσο μας, επειδη κι η ψυχη μας ειχε μηνες τωρα μεσα
στις ερημιες αγριεψει, και, χωρις να το λεμε, πολυ λογαριαζαμε τα χρονια μας.
Μαλιστα μια στιγμη δακρυσε ο λοχιας ο Ζωης κι εκανε περα τα χαρτια με τις
ειδησεις του κοσμου, ανοιγοντας τα πεντε δαχτυλα καταπανω τους. Και οι
αλλοι εμεις δε λεγαμε τιποτε, μοναχα με τα ματια του δειχναμε κατι σαν
ευγνωμοσυνη.
Τοτε ο Λευτερης, που τυλιγε παρεκει τσιγαρο, καρτερικα, σα να ‘χε παρει
απανω του την ανημπορια ολακερης της Οικουμενης, γυρισε και „Λοχια“ ειπε
„τι βαρυγκομας; Αυτοι που ‘ναι ταγμενοι για τη ρεγγα και το χαλβα, σ’ αυτα
παντοτε θα ξαναγυριζουν. Και οι αλλοι στα δεφτερια τους που δεν εχουνε
τελειωμο, και οι αλλοι στα κρεβατια τους τα μαλακα που τα στρωνουν μα δεν τα
οριζουν. Αλλα κατεχε οτι μοναχα εκεινος που παλευει το σκοταδι μεσα του θα
‘χει μεθαυριο μερτικο δικο του στον ηλιο“. Και ο Ζωης : „Τι λοιπον, θαρρεις οτι
δεν εχω κι εγω γυναικα και χωραφια και βασανα της καρδιας που καθομαι και
φυλαω δωνα στις εξοριες;“ Του αποκριθηκε ο Λευτερης: „Αυτα που δεν αγαπα
κανεις, αυτα λοχια μου, να φοβαται, τι τα ‘χει απο τα πριν χαμενα κι ας τα
σφιγγει οσο θελει απανω του. Αλλά τα πραματα της καρδιας τροπος δεν ειναι
να χαθουν, εννοια σου, και γι ‘ αυτα οι εξοριες δουλευουν. Αργα-γρηγορα κεινοι
που ειναι ναν τα βρουν, θα τα βρουν“. Παλι ρωτησε ο λοχιας Ζωης: „Και ποιος
λες ταχα του λογου σου οτι θαν τα βρει;“ Τοτε ο Λευτερης, αργα, δειχνοντας με
το δαχτυλο: „Εσυ κι εγω κι οτι αλλο δειξει, αδερφε μου, η ωρα τουτη που μας
ακουει“.
Και ευθυς ακουστηκε στον αερα η σκοτεινη σφυριγματια της οβιδας που
εφτανε. Και πεσαμε ολοι καταγης μπρουμυτα, πανω στις σκαρπες, οτι
γνωριζαμε αποξω τα σημαδια του Αορατου, και με τ’ αυτι μας οριζαμε απο
πριν το μερος οπου θα ‘σμιγε η φωτια το χωμα ν’ ανοιξει και να χυθει. Και δεν
επειραξε η φωτια κανεναν. Κατι μουλαρια μοναχα σηκωθηκαν στα πισινα τους
ποδαρια και αλλα ταραχτηκαν και σκορπισαν. Και μεσα στην καπνα που

γ’
Μονος κυβερνησα τη θλιψη μου
Μονος αποικησα τον εγκαταλειμμενο Μάιο
Μονος εκολπωσα τις ευωδιες
Επανω στον αγρο με τις αλκυονιδες
Τάισα τα λουλουδια κιτρινο βουκολισα τους λοφους
Επυροβολησα την ερημια με κοκκινο !
Ειπα: δε θά ‘ναι το Αδικο τιμιοτερο απ’ το αιμα !
Το χερι των σεισμων το χερι των λιμων
Το χερι των εχτρων το χερι των δικων
Μου, εφρενιασαν εχαλασαν ερημαξαν αφανησαν
Μια και δυο και τρεις φορες
Παραδοθηκα κι απομεινα στον καμπο μονος
Παρθηκα και πατηθηκα σαν καστρο μονος
Το μυνημα που σηκωνα τ’ αντεξα μονος !
Μονος απελπισα το θανατο
Μονος εδαγκωσα μες στον Καιρο με τα δοντια πετρινα
Μονος εκινησα για το μακρυ
Ταξιδι σαν της σαλλπιγγας μες στους αιθερες !
ηταν στη δυναμη μου η Νεμεση το ατσαλι κι η ατιμια
Να προχωρησω με τον κορνιαχτο και τ’ αρματα
Ειπα: με μονο το σπαθι του κρυου νερου θα παραβγω
Και ειπα: με μονο το Ασπιλο του νου μου θα χτυπησω !
Στο πεισμα των σεισμων στο πεισμα των λιμων
Στο πεισμα των εχτρων στο πεισμα των δικων
Μου, αναντισα κρατηθηκα ψυχωθηκα κραταιωθηκα
Μια και δυο και τρεις φορες
Θεμελιωσα τα σπιτια μου στη μνημη μονος
Πηρα και στεφανωθηκα την αλω μονος
Το σταρι που ευαγγελισα το ‘δρεψα μονος !

Δ’
Τις ημερες μου αθροισα και δε σε βρηκα
πουθενα, ποτε, να μου κρατεις το χερι
στη βοη των γκρεμων και των αστρων τον κυκεωνα μου !
Πηραν αλλοι τη Γνωση και αλλοι την Ισχυ
το σκοταδι με κοπο χαραζοντας
και μικρες προσωπιδες, τη χαρα και τη θλιψη,
στη φθαρμενη την οψη αρμοζονζας.
Μονος, οχι εγω, προσωπιδες δεν αρμοσα,
τη χαρα και τη θλιψη μου πισω εριξα,
γενναιοδωρα πισω μου εριξα,
την Ισχυ και τη Γνωση.
Τις ημερες μου αθροισα κι εμεινα μονος.
Ειπαν οι αλλοι: γιατι; κι αυτος να κατοικησει
το σπιτι με τις γλαστρες και τη λευκη μνηστη.
Αλογα τα πυρρα και τα μαυρα μου αναψαν γινατι γι‘ αλλες, πιο λευκες Ελενες !
Γι‘ αλλη, πιο μυστικην αντρεια λαχταρησα
κι απο κει που με μποδισαν, ο αορατος, καλπασα
στους αγρους τις βροχες να γυρισω
και το αιμα πισω να παρω των νεκρων μου των αθαφτων !
Ειπαν οι αλλοι: γιατι; κι εκεινος να γνωρισει
κι εκεινος τη ζωη μεσα στα ματια του αλλου.
΄Αλλου ματια δεν ειδα, δεν αντικρισα
παρα δακρυα μεσα στο Κενο που αγκαλιαζα
παρα μπορες μεσα στη γαληνη που αντεχα.
Τις ημερες μου αθροισα και δε σε βρηκα
και τα οπλα ζωστηκα και μονος βγηκα
στη βοη των γκρεμων και στων αστρων τον κυκεωνα μου !

Γ’
ΤΟΝ πλουτο δεν εδωκες ποτε σε μενα
τον ολοενα ερημουμενο απο τις φυλες των Ηπειρων
κι απ’ αυτες παλι αλαζονικα, ολοενα, δοξαζομενο!
Ελαβε τον Βοτρυ26 ο Βορρας
και τον Σταχυ ο Νοτος
τη φορα του ανεμου εξαγοραζοντας
και των δεντρων τον καματο δυο και τρεις φορες
ανοσια εξαργυρωνοντας.
Αλλο εγω,
παρεξ θυμαρι στην καρφιδα του ηλιου δεν εγνωρισα
και παρεξ
τη σταγονα του νερου στ’ ακοπα γενια μου δεν ενιωσα
μα τραχυ το μαγουλο εθεσα στο τραχυτερο της πετρας
αιωνες και αιωνες.
Εκοιμηθηκα πανω στην εγνοια της αυριανης ημερας
οπως οστρατιωτης επανω στο ντουφεκι του.
Και τα ελεη της νυχτας ερευνησα
οπως ο ασκητης το Θεο του.
Απο τον ιδρωτα μου εδεσαν διαμαντι
και στα κρυφα μου αντικαταστησανε την παρθενα του βλεμματος.
Εζυγισανε τη χαρα μου και τη βρηκανε, λεει, μικρη
και την πατησανε χαμου σαν εντομο.
Τη χαρα μου πατησανε και στην πετρα την κλεισανε
και στερνά την πετρα μού αφησανε,
την τρομερη ζωγραφια μου.
Με πελεκι βαρυ τη χτυπουν, με σκαρπελο σκληρο την τρυπουν,
με καλεμι πικρο τη χαραζουν, την πετρα μου.
Κι οσο τρωει την υλη ο καιρος, τοσο βγαινει πιο καθαρος
ο χρησμος απ’ την οψη μου:
ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

26
Σταφυλι

β’
Νεος πολυ και γνωρισα των εκατο χρονω φωνες
Οχι του δασους μια στιγμη στα στέρνα ο πευκινος τριγμος
Μονο του σκυλου που αλυχτα στα βουνα τ’ ανδροβαδιστα
Των χαμηλων σπιτιων καπνοι και κεινων που ψυχορραγουν
Η ανομολογητη ματια του κοσμου του αλλου η ταραχη
Οχι που αργουν στον ανεμο των πελαργων μικρες κρωξιες
Πεφτει η γαληνη σα βροχη και γρουζουν τα κηπευτικα
Μονο του ζωου που σπαρταρα τα πνιχτα κι ασυλλαβιστα
Της Παναγιας δυο φορες ο μαυρος γυρος των ματιων
Στην πεδιαδα της ταφης και στην ποδια των γυναικων
Μονο της θυρας χτυπημα κι οταν ανοιξεις πια κανεις
Μητε σημαδι καν χεριου στη λιγη παχνη των μαλλιων
Χρονους πολλους κι αν καρτερω γαληνεμο δεν ελαβα
Στων αδερφων τη μοιρασια μου δοθη ο κληρος ο λειψος
Η πετροκολλητη σαγη24 και το ζακονι25 των φιδιων

24
σαγή: εξαρτηματα υποζυγιου του αλογου (αλλα και οπλισμος). Εδω ισως: βαρυ φορτιο

25
ζακόνι: συνηθεια, χούι

σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το γυρο του προσωπου μας. Κι απανω που
συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια, και δειλα συλλαβιζαμε το
χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο, να που τη δευτερη τη
νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη πιο πολυ, την υστερη, την
τεταρτη, πια φανερο, δεν ειμασταν οι ιδιοι. Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι
ανακατο, θαρρουσες, απ’ ολες τις γενιες και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων
καιρων κι αλλοι πολλα παλιων, πού ‘χαν λευκανει απ’ τα περισσια γενια.
Καπεταναιοι αγελαστοι με το κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97 ή
του 12, μπαλτατζηδες βλοσυροι πανου απ’ τον ωμο σειώντας το πελεκι,
απελάτες και σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και
Τουρκών. Ολοι μαζι, διχως μιλια, χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-
πλάι, διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να λογαριαζουμε αλλο τιποτε.
Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους ανθρωπους
παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το λεν Γραμμενο ή
Μοιρα - ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ’ αυτο που λεγαμε Καταρα,
οπως θα λεγαμε Ανταρα ή Συννεφο. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη
λασπη οπου πολλες φορες εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο
συχνα, ψιχαλιζε στους δρομους εξω καθως μες στην ψυχη μας.
Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες, μητε
αρρωστους και γερούς, μητε φτωχους και πλουσιους, το καταλαβαιναμε. Γιατι
κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ’ τα βουνα, δυναμωνε ολοενα, τοσο που
καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο και το βαρυ των κανονιων, το ξερο
και το γρηγορο των πολυβολων. Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε
τωρα ν’ απαντουμε, απ’ τ’ αλλο μερος vα ‘ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με
τους λαβωμενους. Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι νοσοκομοι, με τον
κοκκινο σταυρο στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι
τους αγριο για τσιγαρο. Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε,
κουνουσαν το κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για σημεια και τερατα. Ομως εμεις
το μονο που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που
ανεβαιναν, καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. “Όι, όι μανα
μου“,“ όι, όι μανα μου“, και καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο
ροχαλητο, που ‘λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο ρογχος του θανατου.
Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις πιασμενους λιγες
ωρες πριν, στα ξαφνικα γιουρουσια που κάναν τα περιπολα. Βρωμουσανε
κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα ή σοκολατες. Ομως εμεις
δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια μας κι
εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.
Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν μεριες-μεριες,
κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες.

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
Ξημερωνοντας τ’ Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε τη διαταγη να
κινησουμε παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν εχει καθημερινες και σκολες.
Επρεπε, λεει, να πιασουμε τις γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι,
απο Χειμαρρα ως Τεπελενι. Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ’ την πρωτη
μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον οι μισοι και δεν αντεχανε αλλο.
Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια. Κι απανω που συνηθιζε
τ’ αυτι μας παλι στα γλυκα τριξιματα της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το
γαβγισμα του σκυλου ή τον αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη,
λεει, να γυρισουμε στο μονο αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ των
κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των πολυβολων.
Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω απ’ τον αλλο, ιδια
τυφλοι. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη, οπου, φορες,
εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους
εξω, καθως μες στην ψυχη μας. Και τις λιγες φορες οπου καναμε σταση να
ξεκουραστουμε, μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι σοβαροι κι αμιλητοι,
φεγγοντας μ’ ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα. ΄Η φορες
παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και ξυνομασταν με λυσσα ωρες
πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα. Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι
ηταν αυτο πιο κι απ’ την κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε
στα σκοτεινα η σφυριχτρα, σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα
τραβουσαμε μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου ξημερωσει και μας
βαλουνε στοχο τ’ αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή τετοια,
κι οπως το ‘χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε το φως.
Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το μερος το βαρυ,
οπου δε βγαινουνε ονειρα. Και τα πουλια μάς θυμωναν, που δε διναμε ταχα
σημασια στα λογια τους - ισως και που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση.
Αλλης λογης εμεις χωριατες, μ’ αλλω λογιω ξιναρια και σιδερικα στα χερια μας,
που ξορκισμενα να ‘ναι.
Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει

α΄
Στον πηλο το στομα ¤ μου ακομη και σε ονομαζε
Ροδινο νεογνο ¤ στικτή πρωτη δροσια
Κι απο τοτε σού πλαθε ¤ βαθια χαραματα
Τη γραμμη των χειλιων ¤ και τον καπνο της κομης
Την αρθρωση σού ‘δινε ¤ και στο λαμδα και στο εψιλον23
Την αερινη ασφαλτη ¤ περπατηξια
Κι απ’ την ιδια εκεινη ¤ στιγμη μεσα μου ανοιγοντας
Αγνωστη φυλακη ¤ φαια κι ασπρα πουλια
Στον αιθερα εριζοντας ¤ ανεβηκαν κι ενιωσα
Πως για σενα τα αιματα ¤ για σενα τα δακρυα
Στους αιωνες το παλεμα ¤ το φριχτο και το υπεροχο
Η σαγηνη για σενα και ¤ η ομορφια
Στα πνευστα των δεντρων ¤ και κρουοντας ο πυρριχιος
Δορατα και σπαθια ¤ να λες ακουσα Εσυ
Μυστικα προσταγματα ¤ και παρθενοβιωτα
Με την εκλαμψη πρασινων ¤ αστερων λογια
Και πανω απ’ την αβυσσο ¤ αιωρουμενη γνωρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ ¤ ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ !

23
λαμδα και εψιλον: Λ Ε υτερια

Β’
ΤΗ γλωσσα μού δωσαν ελληνικη·
το σπιτι φτωχικο στις αμμουδιες του Ομηρου.
Μοναχη εγνοια η γλωσσα μου στις αμμουδιες του Ομηρου.
Εκει σπαροι και περκες
ανεμοδαρτα ρηματα20
ρευματα πρασινα μες τα γαλαζια
οσα ειδα στα σπλαχνα μου ν’ αναβουνε
σφουγγαρια, μεδουσες
με τα πρωτα λογια των Σειρηνων
οστρακα ροδινα με τα πρωτα μαυρα ριγη.
Μοναχη εγνοια η γλωσσα μου με τα πρωτα μαυρα ριγη.
Εκει ρόδια, κυδωνια
θεοι μελαχρινοι, θειοι και εξάδελφοι
το λαδι αδειαζοντας μες στα πελωρια κιουπια·
και πνοες απο τη ρεματια ευωδιαζοντας
λυγαρια και σχινο
σπαρτο και πιπεροριζα
με τα πρωτα πιπισματα των σπινων,
ψαλμωδιες γλυκες με τα πρωτα-πρωτα Δοξα Σοι !
Εκει δαφνες και βαγια
θυμιατο και λιβανισμα
τις πάλες ευλογωντας και τα καριοφιλια.
Στο χωμα το στρωμενο με τ’ αμπελομαντιλα
κνισες21, τσουγκρισματα
και Χριστος Ανεστη
με τα πρωτα σμπαρα των Ελληνων.
Αγαπες μυστικες με τα πρωτα λογια του ΥΜΝΟΥ22.
Μοναχη εγνοια η γλωσσα μου, με τα πρωτα λογια του Υμνου !

20
ρηματα: λογια

21
μυρωδια ψητου

22
ο εθνικος μας Υμνος του Δ. Σολωμου (1798-1857)

Α’
Ιδου εγω λοιπον,
ο πλασμενος για τις μικρες Κορες και τα νησια του Αιγαιου·
ο εραστης του σκιρτηματος των ζαρκαδιων
και μυστης των φυλλων της ελιας·
ο ηλιοποτης και ακριδοκτονος.
Ιδου εγω καταντικρυ
του μελανου φορεματος των αποφασισμενων
και της αδειας των ετων, που τα τεκνα της αμβλωσε,
γαστερας, το αγκρισμα!
Λυνει αερας τα στοιχεία και βροντη προσβαλλει τα βουνα.
Μοιρα των αθωων, παλι μονη, νά σε, στα Στενα !
Στα Στενα τα χερια μου αδειασα
κι αλλα πλουτη δεν ειδα, κι αλλα πλουτη δεν ακουσα
παρα βρυσες να τρεχουν
Ρόδια ή Ζεφυρο ή Φιλιά.
Ο καθεις και τα οπλα του, ειπα:
Στα Στενα τα ροδια μου θ’ ανοιξω
Στα Στενα φρουρους τους ζεφυρους θα στησω
τα φιλια τα παλια θ’ απολυσω που η λαχταρα μου αγιασε !
Λυνει αερας τα στοιχεία και βροντη προσβαλλει τα βουνα.
Μοιρα των αθωων, εισαι η δικη μου η Μοιρα !

ΤΑ ΠΑΘΗ

Η ωρα τρεις της νυχτας
λαλησε μακρια πανω απ’ τα παραπηγματα
ο πρωτος πετεινος
Ειδα για μια στιγμη τους Ορθιους Κιονες τη Μετωπη με τα Ζωα Δυνατα
και ανθρωπους φερνοντας Θεογνωσια
Πηρε οψη ο Ηλιος Ο Αρχαγγελος αει δεξια μου
ΑΥΤΟΣ εγω λοιπον
και ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας

Διαστασεις αλλαξε στα προσωπα· μοιρασε αλλιως τα βαρη
Το σκληρο μου σωμα ηταν η αγκυρα κατεβασμενη μεσα στους ανθρωπους
οπου ηχος αλλος κανεις
μονο γδουποι γοοι και κοπετοι
και ρωγμες επανω στην αναστροφη οψη
>Ποιας φυλης ο γονος νά ‘μουν<
τοτε μονο εννοησα
που η σκεψη του Αλλου
διαγωνια σαν ακμη γυαλιου
και Ορθον ως περα με χαραζε
Ειδα μεσα μου στα σπιτια καθαρα σαν να μην ηταν τοιχοι
με το λυχνο στο χερι να περνουν γεροντισσες
τα χαρακια στο μετωπο και στο ταβανι
και αλλοι νεοι με το μουστακι που εζωναν αρματα στη μεση τους
αμιλητοι
δυο δαχτυλα πανω στη λαβη
εδω και αιωνες.
„Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
και δεν γινεται Αυτοι χωρις Εσενα
και δε γινεται μ’ Αυτους χωρις, Εσυ
Βλεπεις, ειπε, ειναι οι Αλλοι
και αναγκη πασα να τους αντικρισεις
η μορφη σου αν θελεις ανεξαλειπτη να ‘ναι
και να μεινη αυτη.
Επειδη πολλοι φορουν το μελανο πουκαμισο
και οι αλλοι μιλουν τη γλωσσα των χοιρογρυλλιων
και ειναι οι Ωμοφαγοι και οι Αξεστοι του Νερου
οι Σιτοφοβοι και οι Πελδινοι18 και οι Νεοκονδορες
ορμαθος19 και αριθμος των ακρων του σταυρου
της Τετρακτιδος.
Αν αληθεια κρατησεις και τους αντικρισεις, ειπε,
η ζωη σου θ’ αποκτησει αιχμη και θα οδηγησεις, ειπε
Ο καθεις και τα οπλα του, ειπε
Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες στη φωτια Ο ακοπος απ’ τον ουρανο
Περασε μεσα μου Εγινε
αυτος που ειμαι

18
πελδινός: σκουροχρωμος

19
σωρος

η φωνη του γκιωνη
καποιου που ειχε σκοτωθει
το αιμα γυριζοντας πανω στον κοσμο
Ειδα περα, μακρια, στην ακρα της ψυχης μου
μυστικα να διαβαινουνε
φαροι ψηλοι ξωμαχοι Στους γκρεμους τραβερσωμενα καστρα
Τ’ αστρο της τραμουντανας Την αγια Μαρινα14 με τα δαιμονικα
Και πολυ πιο βαθια πισω απ’ τα κυματα
στο Νησι με τους κολπους των Ελαιωνων15
Μια στιγμη μου εφανηκε θωρουσα Εκεινον
που το αιμα του εδωσε για να σαρκωθω
τον τραχυ του Αγιου16 δρομο ν’ ανεβαινει
μια φοραν ακομη
Μια φοραν ακομη
στα νερα της Γερας ν’ ακουμουμπα τα δαχτυλα
και τα πεντε ν’ αναβουνε χωρια
ο Παπαδος ο Πλακαδος ο Παλαιοκηπος
ο Σκοπελος και ο Μεγαρος17
εξουσια και κληρος της γενιας μου.
„Αλλα τωρα, ειπε, η αλλη σου οψη
αναγκη ν’ ανεβει στο φως“
και πολυ πριν με το νου μου βαλω
ή σημαδι φωτιας ή σχημα ταφου
Κατα κει που δεν εσωνε κανεις να δει
με τα χερια εμπρος του
σκυβοντας
τα μεγαλα ετοιμασε Κενα στη γη
και στο σωμα του ανθρωπου:
το κενο του Θανατου για το βρεφος το ερχομενο
το κενο του φονικου για τη Δικαια κριση
το κενο της Θυσιας για την ιση Ανταποδοση
το κενο της Ψυχης για την Ευθυνη του Αλλου
Και η Νυχτα πανσες
παλιας
πριονισμενης απο νοσταλγια Σεληνης
με του ερημου μυλου τα χαλασματα και την ακακη ευωδια της κοπρου
πηρε μερος μεσα μου

14
Αγια Μαρινα: αγια της Λεσβου. Αγαπημενο ονομα του Ελυτη. (ετυμολογικα: μάρε (λατ.) =

θαλασσα).
Ο ποιητης εγραψε και το ποιημα: Η Μαρινα των βραχων.
15
Εννοει την Λεσβο, πατριδα του ποιητη

16
Ο Αγιος Θεοδωρος της Λεσβου (ενας απο τους πιο νεους αγιους της Ορθοδοξιας) που

θεωρειται κατα την λαϊκη παραδοση και σαν προγονος του Ελυτη
17
Χωρια της Λεσβου (στον κολπο της Γερας)

κι απ’αυτο πιο πισω βρυγμος των αγγελων
-Ενα σημειο Ενα σημειο
και σ’ αυτο μπορεις απεραντα να προχωρησεις
ή αλλιως τιποτε δεν υπαρχει πια
Και ο ζυγος που, ανοιγοντας τα χερια μου, εμοιαζε
να ζυγιαζει το φως και το ενστικτο ητανε
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας !
ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΩΡΕΣ γυριζαν οπως οι μερες
με πλατια μενεξεδενια φυλλα στο ρολόι του κηπου
Δειχτης ημουν εγω
Τριτη Τεταρτη Πεμπτη
ο Ιουνιος ο Ιουλιος ο Αυγουστος
Εδειχνα την αναγκη που μου ερχοταν άρμη
καταπροσωπο Εντομα κοριτσιων
Μακρινες αστεροπες της Ιριδας -
„Ολα τουτα καιρος της αθωοτητας
ο καιρος του σκυμνου και του ροδαμου
ο πολυ πριν την αναγκη“ μου ειπε
Και τον κινδυνο εσπρωξε με το ‘να δαχτυλο
Στην κορφη του καβου φορεσε μελανο φρυδι
Απο μερος αγνωστο φωσφορο εχυσε
„Για να βλεπεις, ειπε, απο μεσα
στο κορμι σου φλεβες καλιο, μαγγανιο
και τ’ αποτιτανωμενα
παλαια καταλοιπα του ερωτα“
Και πολυ τοτε σφιχθηκε η καρδια μου
>ηταν το πρωτο τριξιμο του ξυλου μεσα μου<
μιας νυχτος που εσιμωνε ισως

>το λευκο αναζητησα ως την υστατη ενταση
του Μαυρου Την ελπιδα ως τα δακρυα
Τη χαρα ως την ακρα απογνωση<
Να σταλθει βοηθεια τοτε κριθηκε η στιγμη
και ο κληρος επεσε στις βροχες
κελαρυσανε ολη μερα ρυακια
ετρεξα σαν τρελος
στις πλαγιες εσχισα σχινο και πολυ μυρτο μες στη φουχτα μου εδωσα
να δαγκασουνε οι πνοες
„Η αγνοτητα, ειπε, ειναι αυτη
στις πλαγιες το ιδιο και στα σπλαχνα σου“
Και τα χερια του απλωσε οπως κανει
γεροντας γνωστικος Θεος για να πλασει μαζι πηλο και ουρανοσυνη
Λιγο μολις πυραχτωσε τις κορφες
αλλ’ αδαγκωτο πρασινο στις ρεματιες το χορτο καρφωσε
μεντα λεβαντα λουιζα
και μικρες πατημασιες αρνιων
ή αλλου παλι απο τα υψη πεφτοντας
οι ψιλες κλωστες το ασημι, δροσερα μαλλια κοπελας που ειδα και που
εποθησα
Υπαρκτη γυναικα
„Η αγνοτητα, ειπε, ειναι αυτη“
και γεματος λαχταρα χάιδεψα το σωμα
φιλια δοντια με δοντια· υστερα ενας μεσ στον αλλο
Τρικυμισα
οπως καβος πατησα βαθεια
που αερα πηρανε οι σπηλιες
Ηχω με το λευκο σανταλι περασε μια στιγμη
γοργα κατω απο τα νερα η ζαργανα
και ψηλα το λοφο εχοντας ποδι Και τον ηλιο κεφαλι κερασφορο13
ν’ ανεβαινει Αβαδιστος ειδα Ο Μεγας Κριος
Και αυτος αληθεια που ημουνα Ο πλολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες στην φωτια Ο ακοπος απ’ τον ουρανο
ψιθυρισε οταν ρωτησα:
-Τι το καλο; Τι το κακο;
- Ενα σημειο Ενα σημειο
και σ’ αυτο πανω ισορροπεις και υπαρχεις
κι απ’ αυτο πιο περα ταραχη και σκοτος

13
με κερατα (κερας φερω)

και σταυρους θαλασσης
και λιγνες αμιλητες ανεμωνες
και πιο ψηλα στα χειλη του νερου
πεταλιδες τριανταφυλλιες
και μισανοιχτες πίνες και αρμυρήθρες
„Ακριβα λογια, μου ειπε, ορκοι παλαιοι
που εσωσε ο Καιρος και η σιγουρη ακοη των μακρυνων ανεμων“
Και σιμα στο ξυλινο παραθυροφυλλο
κει που κοιμομουνα με το ‘να πλάι
δυνατα στο στηθος μου εσφιξα το μαξιλαρι
και τα ματια μου δακρυα γιοματα
>Ημουν στον εκτο μηνα των ερωτων<
και στα σπλαχνα μου σαλευε σπορος ακριβος
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας
„ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑ θα δεις την ερημια και θα της δωσεις το δικο σου νοημα, ειπε
Πριν απο την καρδια σου ‘θα ‘ναι αυτη
και μετα παλι αυτη θ’ ακολουθησει
Τουτο μονο να ξερεις:
Ο,τι σωσεις μες στην αστραπη καθαρο στον αιωνα θα διαρκεσει“
Και ψηλα πολυ πανω απ’ τα κυματα
εστησε τα χωρια των βραχων
Εκει σκονη εφτανε ο αφρος
άπλερη γιδα ειδα να γλειφει τις ρωγμες
με το ματι λοξο και το λιγο κορμι σα χαλαζιας
Εζησα τις ακριδες και τη διψα και τα τραχια στις αρμοσιες τους δαχτυλα
χρονους τακτους οσους η Γνωση οριζει
Στα χαρτια σκυφτος και στα βιβλια τ’ απυθμενα
με σκοινι λιανο κατεβαινοντας
νυχτες και νυχτες

και παλι οι δυο θαλασσες
και η τριτη αναμεσα - λεμονιες κιτριες μανταρινιες -
και ο αλλος μαϊστρος με τ’ απανω του υψηλο μπογαζι9
αλλοιωνοντας τ’ οζονιο10 τ’ ουρανου
Χαμηλα στων φυλλων τον πυθμενα
η τριβιδα η λεια
τ’ αυτακια των ανθων
κι ο θαλλος ο αδημονωντας και ειναι
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας
Υστερα και το φλοισβο ενοησα και τον μακρυ ατελειωτο ψιθυρο των δεντρων
Ειδα πανω στο μολο αραδιασμενα τα κοκκινα σταμνια
και πιο σιμα στο ξυλινο παραθυροφυλλο
κει που κοιμομουνα με το ‘να πλάι
λαλησε πιο δυνατα ο βοριας
Και ειδα
Κορες ομορφες και γυμνες και λειες ωσαν το βοτσαλο
με το λιγο μαυρο στις κοχες των μηρων
και το πολυ και πλουσιο ανοιχτο στις ωμοπλατες
να φυσουν ορθιες μεσα στην Κοχυλα
και αλλες γραφοντας με κιμωλια
λογια παραξενα, αινιγματικα:
ΡΩΕΣ; ΑΛΑΣΘΑΣ, ΑΡΙΜΝΑ,
ΟΛΗΙΣ, ΑΪΑΣΑΝΘΑ; ΥΕΛΤΗΣ11
μικρες φωνες πουλιων και υακινθων
ή αλλα λογια του Ιουλιου
Σημαινοντας οι εντεκα
πεντε οργιες του βαθους
περκες γοβιοι σπαροι
με πελωρια σβαραχνα12 και κοντες πρυμναιες ουρες
Ανεβαινοντας εβρισκα σπογγους

9
ρευμα αερος

10
δυσοσμο και δηλητηριωδες αεριο, δημιουργειται απο το οξυγονο με την επιδραση του

ηλιακου φωτος
11
Αναγραμμα-κρυπτογραφια των λεξεων: ΕΡΩΣ, ΘΑΛΑΣΣΑ, ΜΑΡΙΝΑ, ΗΛΙΟΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ,

ΕΛΥΤΗΣ
12
βραγχια (αναπνευστικα οργανα των ψαριων)

„ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ αυτον αναγκη να τον βλεπεις και να τον λαβαινεις“
ειπε: Κοιταξε! Και τα ματια μου εριξαν τη σπορα
γρηγορωτερα τρεχοντας κι απο βροχη
τα χιλιαδες απατητα στρεμματα
Σπιθες ριζα μες το σκοτος πιανοντας και νερων άξαφνων πιδακες
Η σιγη που εκχερσωνα για ν’ αποθεσω
γονους φθογγων και χρησμων φυτρα χρυσα
Το ξιναρι ακομη μες τα χερια μου
τα μεγαλα ειδα κοντοποδα φυτα, γυριζοντας το προσωπο
άλλα υλακωντας άλλα βγαζοντας τη γλωσσα:
Να το σπαραγγι να ο ριθιος
να το σγουρο περσεμολο
το τζεντζεφυλλι και το πελαργονι
ο στυφνος και το μαραθο
>Οι κρυφες συλλαβες οπου πασχιζα την ταυτοτητα μου ν’ αρθρωσω<
„Ευγε, μου ειπε, και αναγνωση γνωριζεις
και πολλα μελλει να μαθεις
αν το Ασημαντο εμβαθυνεις
Και μια μερα θα ‘ρθει βοηθους ν‘ αποκτησεις
Θυμησου:
τον αγχεμαχο Ζεφυρο, το ερεβοκτονο ροδι
τα φλεγομενα ωκυποδα φιλια“
Και ο λογος του χαθηκε σαν ευωδια
Η ωρα εννια χτυπησε περδικα τη βαθεια καρδια της ευφωνιας
αλληλεγγυα σταθηκαν τα σπιτια
και μικρα και τετραγωνα
με καμάρα λευκη και λουλακί πορτοφυλλο
Κατω απ’ την κληματαρια
ωρες εκει ρεμβασα
με μικρα-μικρα τιτυβισματα
κοασμους, τρυσμους, το μακρινο κουκουρισμα:
Να το πιπινι να το λελεκι
να το γυφτοπουλι
ο νυχτοπατης και η νεροκοτα
ηταν και ο μπομπιρας εκει και το αλογακι8 που λεν της Παναγιας
>Η στερια με τα σκελη μου γυμνα στον ηλιο
8
ειδος ακριδας που μοιαζει με αλογο, στην Μακεδονια λεγεται και αλογακι του Χριστου

ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακουσω αγερα ή μουσικη
που κινουσα σε ξαγναντο να βγω
(μιαν απεραντη κοκκινη αμμο ανεβαινα
με τη φτερνα μου σβηνοντας την Ιστορια)
παλευα τα σεντονια Ηταν αυτο που γυρευα
και αθωο και ριγηλο σαν αμπελωνας
και βαθυ και αχαραγο σαν η αλλη οψη τ’ ουρανου
>Κατι λιγο ψυχης μεσα στην αργιλλο<
Τοτε ειπε και γεννηθηκεν η θαλασσα
και ειδα και θαυμασα
Και στη μεση της εσπειρε κοσμους μικρους κατ’ εικονα και ομοιωση μου:
Ιπποι πετρινοι με τη χαιτη ορθη
και γαληνιοι αμφορεις
και λοξες δελφινιων ραχες
η Ιος η Σικινος η Σεριφος η Μηλος
„Καθε λεξη κι απο ‘να χελιδονι
για να σου φερνει την ανοιξη μεσα στο θερος“ ειπε
Και πολλα τα λιοδεντρα
που να κρησαρουν7 στα χερια τους το φως
κι ελαφρο v’ απλωνεται στον υπνο σου
και πολλα τα τζιτζικια
που να μην τα νιωθεις
οπως δε νιωθεις το σφυγμο στο χερι σου
αλλα λιγο το νερο
για να το ‘χεις Θεο και να κατεχεις τι σημαινει ο λογος του
και το δεντρο μοναχο του
χωρις κοπαδι
για να το κανεις φιλο σου
και να γνωριζεις τ’ ακριβο του τ’ ονομα
φτενο στα ποδια σου το χωμα
για να μην εχεις που ν’ απλωσεις ριζα
και να τραβας του βαθους ολοενα
και πλατυς επανου ο ουρανος
για να διαβαζεις μονος σου την απεραντοσυνη
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!
7
κοσκινιζουν

Υστερα πιο νωχελικα
οι λοφοι οι κατωφερειες
αλλοτε και το χερι αργο σε αναπαυση
τα λαγκαδια οι καμποι
κι αξαφνα παλι βραχοι αγριοι και γυμνοι
δυνατες πολυ παρορμησεις
Μια στιγμη που εσταθηκε να στοχαστει
κατι δυσκολο ή κατι το υψηλο:
ο Ολυμπος, ο Ταϋγετος
„Κατι που να σου σταθει βοηθος
και αφου πεθανεις“ ειπε
Και στις πετρες μεσα τραβηξε κλωστες
κι απ’ τα σπλαχνα της γης ανεβασε σχιστολιθο
ενα γυρο σ’ ολη την πλαγια τα πλατια στερεωσε σκαλοπατια
Εκει μονος απιθωσε
κρηνες5 λευκες μαρμαρινες
μυλους ανεμων
τρουλους ροδινους μικρους
και ψηλους διατρητους περιστεριωνες
>Αρετη6 με τις τεσσερις ορθες γωνιες<
Κι επειδη συλλοστηκεν ωραια που ειναι στην αγκαλια ο ενας του αλλου
γεμισαν ερωτα οι μεγαλες γουρνες
αγαθα σκυψανε τα ζωα μοσκαρια και αγελαδες
σα να μη ητανε στον κοσμο πειρασμος κανενας
και να μη ειχαν γινει ακομη τα μαχαιρια
„Η ειρηνη θελει δυναμη να την αντεξεις“ ειπε
και στροφη γυρω του κανοντας μ’ ανοιχτες παλαμες εσπειρε
φλομους κροκους καμπανουλες
ολων των ειδων της γης τ’ αστερια
τρυπημενα στο ενα φυλλο τους για σημειο καταγωγης
και υπεροχή και δυναμη
ΑΥΤΟΣ
ο κοσμος ο μικρος, ο μεγας!

5
Βρυσες

6
Αρετη με τις τεσσερις ορθες γωνιες: υπονοει το απλο αρχιτεκτονικο στυλ των νησιων

κατα πως η καταιγιδα
στο σημειο μηδεν οπου ευωδιαζει
απ’ αρχης παλι ενα πουλι
καθαρο παλιννοστουσε το αιμα
και τα τερατα επαιρναν την οψη του ανθρωπου
>Τοσο ευλογο το Ακατανοητο<
Ψστερα και οι ανεμοι ολης της φαμιλιας μου εφτασαν
τ’ αγορια με τα φουσκωμενα μαγουλα
και τις πρασινες ουρες ομοια Γοργονες
και οι αλλοι γεροντες γνωριμοι παλαιοι οστρακοδερμοι γενειοφοροι
Και το νεφος εχωρισαν στα δυο Και αυτο παλι στα τεσσερα
και το λιγο που απομεινε φυσηξαν στο Βορρα
Με πλατυ πατησε ποδι στα νερα και αγερωχος ο μεγας Κούλες4
Η γραμμη του οριζοντα ελαμψε
ορατη και πυκνη και αδιαπεραστη
ΑΥΤΟΣ ο πρωτος υμνος
ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια Ο Αχειροποιητος
με το δαχτυλο εσυρε τις μακρινες
γραμμες
ανεβαινοντας καποτε ψηλα με οξυτητα
και φορες πιο χαμηλα οι καμπυλες απαλες
μια μεσα στην αλλη
>στεριες μεγαλες που ενιωσα
να μυριζουνε χωμα οπως η νοηση<
Τοσο ηταν αληθεια
που πιστα μ’ ακολουθησε το χωμα
εγινε σε μεριες κρυφες πιο κοκκινο
και αλλου με πολλες μικρες πευκοβελονες

4
Κούλες: Πυργος (βενετσιανικος πυργος στο λιμανι του Ηρακλειου;)

Η ΓΕΝΕΣΙΣ
Στην αρχη το φως και η ωρα η πρωτη
που τα χειλη ακομη στον πηλο
δοκιμαζουν τα πραγματα του κοσμου
Αιμα πρασινο και βολβοι στη γη χρυσοι
Πανωραια στον υπνο της απλωσε και η θαλασσα
γαζες αιθερος τις αλευκαντες
κατω απο τις χαρουπιες και τους μεγαλους ορθιους φοινηκες
Εκει μονος αντικρισα
τον κοσμο
κλαιγοντας γοερα
Η ψυχη μου ζητουσε Σηματωρο και Κηρυκα
Ειδα τοτε θυμαμαι
τις τρεις Μαυρες Γυναικες2
vα σηκωνουν τα χερια κατα την Ανατολη
Χρυσωμενη τη ραχη τους και το νεφος που αφηναν
λιγο-λιγο σβηνοντας
δεξια Και φυτα σχηματων αλλων
Ηταν ο ηλιος με τον αξονα του μεσα μου
πολυαχτιδος ολος που καλουσε Και
αυτος αληθεια που ημουνα Ο πολλους αιωνες πριν
Ο ακομη χλωρος μες τη φωτια Ο ακοπος απ’ τον ουρανο
Ενιωσα ηρθε κι εσκυψε
πανω απο το λικνο μου
ιδια η μνημη γιναμενη παρον
τη φωνη πηρε των δεντρων, των κυματων:
„Εντολη σου, ειπε, αυτος ο κοσμος
και γραμμενος μες τα σπλαχνα σου ειναι
Διαβασε και προσπαθησε
και πολεμησε“ ειπε
„Ο καθεις και τα οπλα του“ ειπε
Και τα χερια του απλωσε οπως κανει
νεος δοκιμος Θεος για να πλασει μαζι αλγηδονα3 και ευφροσυνη.
Πρωτα συρθηκαν με δυναμη
και ψηλα πανω απο τα μπεντενια ξεκαρφωθηκαν πεφτοντας
οι Εφτα Μπαλταδες

2
Οι τρεις μοιρες. Κατα την ελληνικη μυθολογια ερχονται την τριτη νυχτα μετα την γεννηση και

λενε στον ανθρωπο το μελλον του
3
Πονος, λυπη

Πλεονακις επολεμησαν με εκ νεοτητος μου,
και γαρ ουκ ηδυνηθησαν μοι1.
Ψαλμος ΡΚΗ

1
Πολλες φορες, απ’ τα νιατα μου με πολεμησαν αλλα δεν με νικησαν

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ